Η ζέστη που με καλωσόρισε αρχικά
έδωσε τη θέση της στο ελαφρύ κρύο, αυτό που οι Άγγλοι θα ονόμαζαν chill. Μαζί, σχεδόν χέρι-χέρι, πάει η καταχνιά
που αφήνει, βέβαια, τον ήλιο να κάνει την εμφάνισή του που και που. Καμιά φορά
δειλά μπορώ να τον διακρίνω πίσω από κάνα δέντρο, ένα μεγάλο σύννεφο που κινείται
με διαολεμένη ταχύτητα ή τελοσπάντων… γενικά. Ευτυχώς το ‘σπίτι’ μου είναι φτιαγμένο
έτσι ώστε επιτρέπει τη βέλτιστη διαχείριση του έστω και ελάχιστου φωτός.
Ένα πράγμα που σταδιακά μισώ όλο
και περισσότερο είναι η πρωινή ποδηλασία για τη δουλειά, η οποία μπορεί να
είναι σχετικά σύντομη για τα δεδομένα της Αθήνας, αλλά είναι αρκετή ώστε να σε
ξυρίζει, όχι με έναν ιδιαίτερα ευχάριστο τρόπο. Μόνο θετικό πως πλέον δεν είμαι
νυσταγμένος τις πρώτες πρωινές ώρες στη δουλειά, όπως άλλοτε. Να είναι καλά το
αεράκι που φέρνει ο ποταμός.
Είναι στιγμές που θεωρώ ότι το
επόμενο σαββατοκύριακο θα γυρίσω στο σπίτι στην Αθήνα και θα μαζευτώ με τα
αγαπημένα μου πρόσωπα, κάτι που βέβαια γρήγορα εξανεμίζεται, όπως και κάθε άλλη
παρόμοια σκέψη. Τελικά, το μόνο που με περιμένει πίσω στο ‘σπίτι’ είναι ένα φλιτζάνι
τσάι και ένα fire
alarm που το έχει βάλει
σκοπό να χτυπάει μόνιμα και με το παραμικρό.
Νομίζω ότι προς το παρόν, αυτή
είναι η λέξη που μπορεί να περιγράψει ακριβώς την καθημερινότητά μου… Chill! Υποσημείωση
ήσσονος σημασίας σε όλα αυτά, το βραδινό τσιγάρο που βγαίνω να κάνω στο
πεζοδρόμιο… σαν πουτάνα χωρίς ίχνος από πελάτες.







