Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Ιστορία των Δύο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Ιστορία των Δύο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Οκτωβρίου 2010

Η Ιστορία των Δύο: Μέρος Πέμπτο (Zero Point)

Το παρελθόν λένε ότι μας κυνηγάει πάντα. Είναι σαν εκείνες τις σκοτεινές ταινίες στην Αμερική του Μεσοπολέμου, τότε που η ποτοαπαγόρευση ενέτεινε όλα τα ανθρώπινα πάθη. Jazz μουσική να παίζει από πίσω και το σαξόφωνο μέσα στα σόλο του να σε ξεκουφαίνει, τόσο που δεν μπορείς να πάρεις ανάσα από τα απανωτά του γυρίσματα. Δεν υπάρχει ίχνος ελπίδας όταν ο μουσικός παρασέρνεται από την ορμή της νότας. Έτσι και το παρελθόν! Όταν αποφασίζει να κάνει την επανεμφάνιση του, τότε είναι βασανιστικό, ειδικά όταν κάποιες σελίδες δεν έχουν κλείσει. Η φωνή από το χτες ήταν αρκετή για να παγώσει το αίμα του Φίλιππου. Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκε. Ο ήχος της πόρτας πίσω του που άνοιξε σε συνδυασμό με τη γνωστή χροιά, του πάγωσε το αίμα. Δεν πρόλαβε καν να γυρίσει όταν ένα χέρι με ένα μαντήλι τον αναισθητοποίησε.

Δεν ήξερε καν αν πέρασαν, ώρες, λεπτά ή ακόμα και μέρες ολόκληρες. Ξύπνησε στο ίδιο δωμάτιο, ξαπλωμένος στο κρεβάτι και με το επιπόλαιο τραύμα τακτοποιημένο. Ο πόνος δεν είχε υποχωρήσει, αλλά επί της ουσίας δεν ήταν μάλλον κάτι σοβαρό. Ανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού μα δεν προσπάθησε καν να σηκωθεί. Προσπαθούσε να αναλογιστεί τι του είχε συμβεί μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Ένα άγνωστο πτώμα, η αστυνομία, η αποκάλυψη ότι ο Πέτρος δεν ήταν αυτό που νόμιζε, η ανάμιξη του ονόματος της Μαίρης και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ήταν και εκείνη η φωνή. Δεν μπορεί να έκανε τόσο λάθος. Ναι … πόναγε από το τραύμα, είχε ταραχτεί από τα γεγονότα, αλλά δεν μπορεί να είχε ξεχάσει εκείνη τη φωνή … τη φωνή του Αποστόλη! Μπορεί να ψέλλισε μια μόνο λέξη, σχεδόν βραχνά, αλλά σίγουρα δεν μπορούσε να είναι κάποιος άλλος.

Έπρεπε τα πράγματα να μπουν άμεσα σε μια τάξη, γιατί αν συνέχιζαν έτσι, το μυαλό του θα έσκαγε. Περιεργάστηκε γρήγορα το δωμάτιο. Δεν έλεγε και πολλά, ένα τυπικό δωμάτιο ενός μέσου αστικού σπιτιού με έπιπλα από το ΙΚΕΑ, πρόχειρα φτιαγμένο, με μια σχεδόν φοιτητική οπτική. Το παράθυρο είχε δύο πόρτες. Αρκετά παράξενο αν το σκεφτεί κανείς. Ποιος φτιάχνει ένα δωμάτιο με δύο εισόδους; Στο τοίχο αντικριστά από το κρεβάτι στεκόταν ένα καλαίσθητο τραπέζι με μια τηλεόραση και ένα DVD-player. Ο καθρέπτης ακριβώς πάνω από το τραπέζι ήταν σκαλιστός, θα έλεγε κανείς λίγο βαρύς και παράταιρος με το γενικό σύνολο της εσωτερικής διακόσμησης του δωματίου. Το χαρτάκι που ήταν κολλημένο πάνω στο γυαλί είχε κίτρινο χρώμα, σαν εκείνα που συνήθιζε να κολλάει ο Πέτρος ή Νίκος ή όπως τον λένε τελοσπάντων στο καθρέπτη του μπάνιου του. Σηκώθηκε σιγά και κατάλαβε ότι μπορούσε να περπατήσει με σχετική ευκολία, μόνο ελάχιστα τον τράβαγε το τραύμα στο πόδι. Πλησίασε στο καθρέπτη, ξεκόλλησε το χαρτάκι και το διάβασε: «Αν θες το παιχνίδι να αρχίσει βάλε το DVD να παίξει».

Στο μυαλό του ήρθε κατ’ ευθείαν μια εικόνα από το μακρινό σχετικά παρελθόν. Ήταν Δεκέμβρης κι οι γονείς του είχαν φύγει για Σαββατοκύριακο στο εξοχικό τους. Δεν θυμόταν καν για ποιο λόγο, αλλά τώρα που το σκεφτόταν μάλλον για καμιά δουλειά. Εκείνος τέλειωνε το σχολείο ή κάτι τέτοιο, αλλά ελάχιστη σημασία είχε αυτό ως πληροφορία. Είχε ένα ολόκληρο διήμερο να περάσει μόνος στο σπίτι κι όπως κάθε νορμάλ έφηβος διοργάνωσε ένα μεγάλο πάρτι. Ο Αποστόλης βέβαια ως ο κολλητός του δεν μπορούσε να λείπει. Είχαν συναντηθεί από νωρίς για να προετοιμάσουν το σπίτι. Δεν θυμόταν καν αν το πάρτι είχε επιτυχία, το μόνο που κρατούσε ως κόρη οφθαλμού στη μνήμη του ήταν οι ώρες μετά το τζέρτζελο. Ο Αποστόλης θα έμενε το βράδυ στο σπίτι του για να μαζέψουν, αλλά ήταν πολύ κουρασμένοι κι οι δυο για να τακτοποιήσουν έστω και λίγο το σπίτι τα ξημερώματα.

- Μπορώ να βγάλω λίγο τα ρούχα, δεν τα αντέχω, τον παρακάλεσε με σχεδόν παιχνιδιάρικο ύφος ο Αποστόλης.

- Και βέβαια και μπορείς βρε. Ελεύθερα!

Ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή του που κατάφερνε να δει τον ανομολόγητο ερωτά του ημίγυμνο. Ο τύπος απλά «δεν υπήρχε». Έμεινε με το μποξεράκι κι ο Φίλιππος είχε χαζέψει σαν να έβλεπε για πρώτη φορά άνθρωπο σχεδόν όπως τον γέννησε η μάνα του.

- Τι κοιτάς ρε; Γουστάρεις;

Το βλέμμα του Φίλιππου επανήρθε γρήγορα στη σωστή του θέση.

- Τι λες ρε; Πας καλά; Τι με πέρασες;

- Καλά ρε φίλε …δεν είπαμε και τίποτα …κακό θα ήταν;

- Ρε Αποστόλη …σοβαρέψου ρε μαλάκα!

- Οπότε να φανταστώ ότι δεν θα έχεις πρόβλημα να μείνω και χωρίς το εσώρουχο, και με μια κίνηση έμεινε τελείως γυμνός.

Η σκηνή αυτή τον στοίχειωνε το Φίλιππο ακόμη και σήμερα. Όταν δε ο Αποστόλης τον πλησίασε τόσο κοντά που ένιωθε την ανάσα του στο στόμα του, τα δευτερόλεπτα για πρώτη φορά έμοιαζαν με ολόκληρη αιωνιότητα. Τη στιγμή που του έπιασε το χέρι, ο Φίλιππος δεν έκανε καμία κίνηση. Ακόμα κι όταν το έσυρε μέχρι το ερεθισμένο του μόριο, πάλι δεν αντέδρασε. Ο Αποστόλης έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι του και έβγαλε έναν βαρύ αναστεναγμό, ενώ τα χέρια του πίεσαν όλο το σώμα του Φίλιππου από τους ώμους προς τα κάτω. Την επόμενη στιγμή βρέθηκε στα γόνατα και βρέθηκε να γεύεται αυτό που ποθούσε καιρό τώρα…

Ένα περιστέρι πέταξε έξω από το παράθυρο και διέκοψε απότομα τις σκέψεις του. Τι καθόταν και θυμόταν; Από πού κι ως πού ο Αποστόλης να είχε σχέση με τον Πέτρο; Το παρελθόν μένει στο παρελθόν, εκεί είναι η θέση του εξάλλου. Πάτησε γρήγορα το DVD να παίζει και άνοιξε τη τηλεόραση. Η φιγούρα του Πέτρου ξεπρόβαλλε σε κοντινό στην οθόνη.

«Λογικά θα με βλέπεις εεε; Λογικά ναι! Αυτή τη στιγμή θα είσαι κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο και θα αναρωτιέσαι γιατί. Βαθιά μέσα σου, νομίζω ότι θα έπρεπε να ξέρεις βέβαια. Ίσως και δεν έχει τόση σημασία. Ίσως δεν έχει καν αξία να σου πω γιατί περνάς όλο αυτό το βασανιστήριο. Αν και έπρεπε καλύτερα να το δεις σαν μια εξιλέωση. Χάρη σου κάνουμε κιόλας! Βλέπεις Φίλιππε, οι άνθρωποι μπορεί να κάνουν λάθη, αμαρτίες, θανάσιμα σφάλματα, αλλά ποτέ δεν μένουν ατιμώρητοι. Κάποιοι θα σου πουν ότι ο Θεός φροντίζει τα μετά από εδώ. Μάντεψε κάτι, όμως …εγώ δεν πιστεύω στο Θεό. Δεν πιστεύω καν στη συγχώρεση. Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι έχουν και το καλό και το κακό μέσα τους. Το ίδιο θα πιστεύει σίγουρα και η Μαίρη …το ίδιο και ο Αποστόλης! Θέλω πολύ να δω τη φάτσα σου τώρα. Αυτή τη γαμημένη φάτσα που νομίζει ότι επειδή είναι ωραία και αθώα, όλα θα του πηγαίνουν όπως τα θέλει. Ότι ποτέ στη ζωή του δεν θα πληρώσει για αυτά που έκανε. Τόσο αμαρτήματα και ποτέ δεν πλήρωσες ούτε δράμι. Σκέφτηκες ποτέ τον Αποστόλη όταν τον παράτησες; Σκέφτηκες ποτέ τη Μαίρη όταν έμεινε με ένα παιδί μονάχη; Της πλήρωνες τα προς το ζην βέβαια. Και τι με αυτό; Την άφησες με μία σκατό-απορία! Ένα γιατί! Γιατί ρε τσόγλανε δεν μπορούσες να αποφασίσεις ότι το μόνο που ήθελες ήταν να τρως ένα πούτσο; Τώρα όμως είναι η ώρα να πληρώσεις τα πάντα. Δίπλα στο κομοδίνο θα βρεις ένα κουτί. Μέσα σε αυτό είναι το κλειδί του δωματίου. Ξεκλείδωσε και βγες. Αν όντως υπάρχει λίγο φιλότιμο μέσα σου, τότε φαντάζομαι ότι θα προλάβεις να σώσεις τουλάχιστον το παιδί σου. Ίσως είναι η ύστατη προσπάθεια να σώσεις την όση αξιοπρέπεια σου έχει μείνει. Και θυμήσου κάτι όταν θα είσαι στα γόνατα και θα κλαις… Κανένα τέλος δεν έρχεται με άδεια χέρια»

9 Οκτωβρίου 2010

Η Ιστορία των Δύο: Μέρος Τέταρτο (Dimosthenis)

Στη μία ακριβώς είχε παρκάρει έξω από την πολυκατοικία του Πέτρου, ή του Νίκου, ή όπως αλλιώς τον έλεγαν τέλος πάντων… Δεν ήταν πια βέβαιος για το όνομα, δεν ήξερε πια τι να πιστέψει για τον άνθρωπο αυτό. Όλα στο μυαλό του γύριζαν πολύ γρήγορα, δεν το άντεχε άλλο αυτό το μπέρδεμα. Πήρε αγκαλιά το τιμόνι και έβαλε τα κλάματα σε μια προσπάθεια να εκτονώσει όλη την ένταση των τελευταίων ωρών. Σκουπίζοντας με το μανίκι και το τελευταίο του δάκρυ, ένιωσε το μυαλό του ξεπλυμένο και τη σκέψη του ανάλαφρη κι έτσι έμεινε να κοιτάζει για λίγα λεπτά το μπροστινό σταθμευμένο αυτοκίνητο, ίσα ίσα για να απασχολεί τη σκέψη του. Από μικρός, όταν ταξίδευε με τη μητέρα του τα καλοκαίρια, του άρεσε να παρατηρεί τις πινακίδες των άλλων αυτοκινήτων και να ανακαλύπτει την πόλη προέλευσής τους. Ήταν κάτι που τον έκανε να ξεχνιέται… Η ανάμνηση της μητέρας του τον ξύπνησε και τον έσπρωξε προς την είσοδο της πολυκατοικίας.

Στο ασανσέρ έφερε στο μυαλό του τον Πέτρο-Νίκο και εστίασε στα μάτια του για ακόμα μια φορά… Αυτά τα μεγάλα μαύρα μάτια τού είχαν κάνει φοβερή εντύπωση την πρώτη φορά που τον είχε συναντήσει και του το είχε κιόλας εξομολογηθεί. Με τον καιρό, η συνήθεια ανάγκασε αυτή την πρώτη εντύπωση να ξεθωριάσει, χωρίς όμως να την αποτρέψει να κάνει την εμφάνισή της μέσα στο ανεπαρκώς φωτισμένο ασανσέρ. Τώρα πια όμως ήξερε γιατί είχε εντυπωσιαστεί: αυτό το μαύρο βλέμμα το ήξερε από παλιά. Σίγουρα από παλιά…

- Επιτέλους, ήρθες! Άργησες... Σου είπα να έρθεις όσο πιο γρήγορα μπορείς!

- Τι συμβαίνει, ρε Πέτρο; Γιατί τέτοια βιασύνη;

- Πες μου, τι είπες στην αστυνομία;

- Πώς ξέρεις ότι μίλησα στους μπάτσους;

- Εσύ μου το είπες. Δεν θυμάσαι;

- Το μυαλό μου είναι κομμάτια… Ούτε που θυμάμαι τι είπα και τι έκανα σήμερα…

- Πες μου!

- Για μισό λεπτό… δεν θα έπρεπε να ‘ναι αυτή η πρώτη σου ερώτηση, έτσι δεν είναι;.

- Αλλά;

- Ξέρεις ποιος δολοφονήθηκε;

- Φυσικά και ξέρω…

-

- Ποτέ δεν χτυπάω στα τυφλά!

- Με τρομάζεις. Γιατί με κοιτάς έτσι;

- Τρομάζεις τόσο εύκολα, Φίλιππε; Δεν το περίμενα για να είμαι ειλικρινής.

- Τι εννοείς; Πες μου ποιος είσαι, πού να σε πάρει ο διάολος; Ποιος είσαι;

- Είμαι ο Πέτρος.

- Και το Νίκος που άκουσα στο τηλέφωνο τι είναι; Ψευδώνυμο;

- Με κάνεις και γελάω. Το χιούμορ σου το εκτίμησα από την πρώτη στιγμή. Αυτό είχε εκτιμήσει και η Μαίρη όταν της την είχες πέσει. Το θυμάσαι πώς είχε συμβεί;

- Τι ξέρεις εσύ για τη Μαίρη, ρε;

- Να σου το θυμίσω εγώ.

- Πού την ξέρεις τη Μαίρη; Σε ρωτάω!

- Διπλανά έδρανα, εξετάσεις στο πρώτο έτος… Ποτέ δεν ήσουν καλός φοιτητής, Φίλιππε… Σωστά; Παίρνεις την κόλα της να αντιγράψεις και της την επιστρέφεις με το τηλεφωνάκι σου γραμμένο πάνω… στην τελευταία σελίδα… αν θυμάμαι καλά. Γι’ αυτό, δεν είμαι και τόσο σίγουρος.

Χειροκροτήματα.

- Μπράβο! Είσαι καλά πληροφορημένος. Ώστε γνωρίζεις τη Μαίρη. Μπορώ να μάθω από πού;

- Δεν νομίζω ότι είναι η ώρα.

- Μπα; Και πότε θα ‘ναι η ώρα δηλαδή;

- Πολλά ρωτάς.

Ο Πέτρος έδειχνε προβληματισμένος αλλά γρήγορα αποφάσισε τι έπρεπε να κάνει. Με μια γρήγορη κίνηση τράβηξε το όπλο από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και πυροβόλησε. Χαμηλά… στα πόδια του. Η κραυγή που έβγαλε ο καημένος ο Φίλιππος ήταν το μόνο που ακούστηκε μες στην νεκρική σιγή της νύχτας.

- Κάτι που πρέπει να ξέρεις για το Νίκο είναι ότι δεν του αρέσουν οι πολλές ερωτήσεις.

Επέστρεψε το όπλο στην τσέπη του και ατάραχος τον πλησίασε και τον βοήθησε να σηκωθεί χωρίς να πτοείται από τις γεμάτες πόνο φωνές του που του έσκιζαν το τύμπανο. Το έμπειρο μάτι του κατάλαβε ότι το τραύμα στο μηρό του ήταν απλά επιφανειακό, τίποτα ανησυχητικό. Τον έσυρε μέχρι το διπλανό δωμάτιο, στην κρεβατοκάμαρα, και τον πέταξε στο πάτωμα. Το πρόσωπο του Φίλιππου συσπαζόταν από τον πόνο και τα χέρια του, με τις φλέβες πεταγμένες, έπιαναν τον αριστερό του μηρό και προσπαθούσαν να σταματήσουν την αιμορραγία. «Γιατί…;» φώναξε, αλλά για απάντηση πήρε μόνο το δυνατό θόρυβο από το κλείσιμο της πόρτας και τον ήχο του κλειδιού να περιστρέφεται γρήγορα στην κλειδαριά που το υποδέχτηκε. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας δεν έμοιαζε σε τίποτα με αυτήν που θυμόταν. Τώρα ήταν διαφορετική, έμοιαζε θωρακισμένη και αδιαπέραστη…

«Γιατί» κλαψούρισε σχεδόν.

«Σκάσε». Απαντήθηκε ξανά το ερώτημά του. Αυτή τη φορά από μια γνώριμη φωνή. Διαφορετική. Φωνή που ερχόταν κι αυτή απ’ τα παλιά.

12 Σεπτεμβρίου 2010

Η Ιστορία των Δύο: Μέρος Τρίτο (Zero Point)

Στο διάδρομο του αστυνομικού τμήματος υπήρχε μια ανακατωσούρα. Βλέπεις δεν βρίσκουν κάθε μέρα ένα μαχαιρωμένο πτώμα ενός νεαρού στο χαντάκι ενός επαρχιακού δρόμου. Κάτι τέτοια γεγονότα είναι που δίνουν νόημα στην άχαρη ζωή της ξεχασμένης υπαίθρου. Ο Φίλιππος ήταν, όμως, τόσο βυθισμένος στις σκέψεις του που δεν μπορούσε να αντιληφθεί ούτε καν τον αστυνομικό που στεκόταν πεισματικά πάνω από το κεφάλι του και του έκανε επίμονα μια ερώτηση.

Ο Αποστόλης, η εφηβική του καύλα, διέγραψε με τρόπο καθοριστικό τη μετέπειτα πορεία της ζωής του. Αν κάθε άνθρωπος δημιουργεί σενάρια κατά τη παιδική και πρώιμη εφηβική του ηλικία, σενάρια που βασίζονται θεμελιακά πάνω στην οικογένεια και το ρόλο της, τότε ο Αποστόλης είχε μια κεντρική θέση στο κινηματογραφικό σχεδόν σενάριο του βίου του Φιλίππου. Οι άνθρωποι που ερωτεύονται βαριά μπορεί να είναι επί της ουσίας ανώριμοι, ανίκανοι να ελέγξουν τα ζωώδη τους ένστικτα, καθώς και τις ίδιες τους τις επιθυμίες, αλλά στη τελική ζούνε μεγάλες στιγμές. Εξάλλου ποιο αξιομνημόνευτο λογοτέχνημα εξήρε ποτέ τον αδιάφορο και κοινότυπο έρωτα; Μπορεί, βέβαια, να πει κανείς πως η θύμηση ενός ανεκπλήρωτου αισθήματος μας καταδιώκει πολλές φορές μέχρι και τα βαθιά γεράματα, είναι το μυστικό που μας συνοδεύει μέχρι τη τελευταία κουβέντα πάνω στο νεκροκρέβατο, μυστικό που σπανίως ομολογούμε ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό. Ο Φίλιππος, όμως, δεν άνηκε σε αυτή τη κατηγορία ανθρώπων. Είχε πάντοτε ξεκάθαρο το αίσθημα της ευθύνης, τουλάχιστον κατά μία επιφανειακή έννοια, παρότι ποτέ δεν είχε καταφέρει να εκμυστηρευτεί στη Μαίρη το μεγάλο του μυστικό. Είναι άσχημο να φέρεις ένα τέτοιο βάρος, τόσο πολύ που κάθε βράδυ η ταχυπαλμία γίνεται φίλος καρδιακός και ο κρύος ιδρώτας που σε λούζει σε κάνει να θες να μπεις κάτω από ένα ντους και να μη βγεις ποτέ.

Ο τοίχος απέναντι ήταν άβαφτος εδώ και πολύ καιρό. Μια μαύρη στάμπα είχε σχηματιστεί λίγο πάνω από το σοβατεπί, μάλλον από κάποιο στοιχείο του κοινού ποινικού δικαίου, δείγμα εμφανές ότι κάποιος χτύπαγε με αγωνία το πόδι του στον τοίχο. Τέτοια αγωνία είχε και ο Φίλιππος όταν σε εκείνες της εφηβικές διακοπές είδε για πρώτη φορά τον Αποστόλη γυμνό να πλένεται στη ντουζιέρα του φθηνού ενοικιαζόμενου στα Κύθηρα. Αψεγάδιαστο σώμα και ελαφριά τριχοφυΐα στο στέρνο, χέρια στιβαρά και γραμμωμένα μπράτσα από την ενασχόληση με το ακόντιο. Το γνώριζε πως ο τύπος τον είχε καταλάβει, και όσο και να μη το παραδεχόταν του άρεσε να προκαλεί ένα παιδαρέλι που ερεθιζόταν και μόνο στο άκουσμα της φωνής του. Το βλέμμα εκείνο όταν τον είδε να κοιτάει από τη πόρτα του μπάνιου σήμαινε πρωτίστως ότι είχε αντιληφθεί εμφανώς τη παρουσία του, τρίβοντας λίγο την εφηβική του περιοχή γύρισε πλάτη και συνέχισε να πλένεται με το κρύο νερό που είχε τσιτώσει το δέρμα του, κάνοντας κάθε μυ να διαγραφεί, όπως ακριβώς στα γυμνά χάλκινα αγάλματα της αρχαιότητας. Ο Φίλιππος χωρίς ανάσα να στέκεται να κοιτάζει, σε μια ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, που τα ερωτικά κύματα κατέκλυαν των πέντε τετραγωνικών μπάνιο, να περιμένει να ακούσει μια κουβέντα, ένα κάλεσμα.

«Είστε καλά;», φώναζε ο αστυνομικός και τον σκουντούσε επίμονα πλέον, αφού ο Φίλιππος φαινόταν χαμένος μέσα στις σκέψεις του. Ευτυχώς που το να βλέπεις ένα νεκρό άνθρωπο, πόσο μάλλον δε έναν μαχαιρωμένο, δικαιολογεί μια κάποια αμηχανία. Με αυτό τον απότομο τρόπο, οι σκέψεις ολόκληρης της εφηβικής του ηλικίας διακόπηκαν βίαια. «Ναι, μια χαρά είμαι», αποκρίθηκε, «μπορώ να φύγω;». Ο αστυνομικός τον κοίταξε δύσπιστα σαν να μη τον πολύ-πίστευε και συμπλήρωσε μετά από λίγα δευτερόλεπτα, «Βεβαίως, απλά συμπληρώστε πρώτα αυτή τη φόρμα επικοινωνίας, ώστε να μπορούμε να σας βρούμε εάν το θελήσουμε». Σε λίγα λεπτά ήταν έξω από το τμήμα. Δεν είχε ιδέα τι να κάνει, μα η απορία του που μπορεί να είναι ο Πέτρος τον βάρυνε ακόμη αφάνταστα. Το τηλέφωνο που τον είχε καλέσει τελικά δεν ήταν του Πέτρου, αλλά ενός αγνώστου, και αυτός που του μίλησε σύντομα και κοπτά δεν ήταν ο Πέτρος, αλλά ο ίδιος προσφάτως δολοφονημένος άγνωστος. Δεν είχε ιδέα αν μπορούσε και ήθελε να διαχειριστεί ένα τέτοιο όγκο μυστηρίου και πληροφοριών. Η μόνη έξυπνη ιδέα που του ήρθε μεμιάς στο μυαλό ήταν να πάρει τον Πέτρο στον αριθμό που είχε και ο ίδιος στη διάθεση του.

Πατώντας το τηλέφωνο στη μνήμη, αναλογίστηκε για μια ακόμη φορά πως θα ήταν να είχε συμβιβαστεί με την ιδέα μιας συντηρητικής συμβίωσης, με τη νευρωτική Μαίρη και τη κόρη του. Η ασφάλεια είναι το πιο επικίνδυνο ναρκωτικό, σε βαλτώνει στη συνήθεια, ενώ παράλληλα σε σώζει από τη φρενήρη αστάθεια της αβεβαιότητας. Σάμπως όλοι οι άνθρωποι δεν ψάχνουν ένα ταίρι, αυτή την αποθέωση του δυικής φιλοσοφίας που μας έχει εμποτιστεί από τα παραμύθια και τη θρησκεία. Κι ακόμα όταν τα πράγματα δεν έρχονται όπως ακριβώς τα οραματιζόμασταν, τότε βλογάμε τα γένια μας προς χάριν της συνήθειας, πείθουμε τους εαυτούς μας ότι κάτι μας δένει, αποποιούμαστε κάθε φαντασίωση και πάθος στο βωμό της ιερής και σεπτής οικογένειας, για να φτάσουμε κάποια στιγμή σε μια ηλικία, πολλοί η αλήθεια είναι ότι δεν θα τη φτάσουν και ποτέ, που θα κάνουμε την επανάσταση μας κλαίγοντας για μια ζωή που έπρεπε να ζήσουμε και δεν το κάναμε. Στον τέταρτο χτύπο, ο ήχος του τηλεφωνητή έκανε το Φίλιππο για μια ακόμη φορά να προσγειωθεί στη πραγματικότητα, με τη φωνή του Πέτρου χαρωπή να επισημαίνει ότι, «Προφανώς δεν μπορώ να σας μιλήσω. Αν για οποιοδήποτε λόγο έχετε καημό να με βρείτε στείλτε sms ή αφήστε ένα μήνυμα μετά τον ήχο. Δεν ορκίζομαι ότι θα σας πάρω πίσω. Με αγάπη Νίκος».

Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από τα να νιώθεις τον κόσμο να καταρρέει γύρω σου. Αν η δομημένη μας πραγματικότητα, εκείνη που κατασκευάζουμε με την αντίληψη μας, αποδεικνύεται ένα μεγάλο παραμύθι, τότε οδεύουμε προς τη κατάρρευση τελικά και του ίδιου μας του εαυτού. Να τώρα που ο Φίλιππος, ο οποίος περίμενε να περάσει ένα ρομαντικό τριήμερο με τον άνθρωπο που είχε επιλέξει δίπλα του, να βρίσκεται να αναγνωρίζει άγνωστα πτώματα στην επαρχία, να λαμβάνει ανεξήγητα τηλεφωνήματα και να ανακαλύπτει ότι ο παράνομος ερωτάς του έχει άλλο όνομα. Δεν είχε ιδέα τι άλλο μπορεί να τον περίμενε.

Η ψύχρα στην ατμόσφαιρα ήταν πιο έντονη από ποτέ. Ειλικρινά είχε μετανιώσει που δεν είχε πάρει μαζί του μια ζακέτα ή κάτι τελοσπάντων και είχε μείνει με το κοντομάνικό. Τα δέντρα κουνιόντουσαν με τη φορά του ανέμου και ο σκούρος και συννεφιασμένος ουρανός λες και ήταν έτοιμος να αρχίσει πάλι να ρίχνει καρέκλες. Το βρεγμένο χώμα, η αγαπημένη μυρωδιά του Φιλίππου, συμπλήρωνε ένα σκηνικό που μόνο για μυστήριο δεν συνηγορούσε. Τελικά, η δόνηση στη τσέπη του τζην έκανε τον Φίλιππο να πεταχτεί από τη τρομάρα του.

- Πέτρο εσύ είσαι;

- Ναι.

- Είσαι καλά;

- Ας τα λέμε. Μπορείς να περάσεις από το σπίτι μου.

- Σε πήρα πριν λίγο τηλέφωνο και βγήκε τηλεφωνητής. Είχες ποτέ τηλεφωνητή;

- Δεν είναι η ώρα να σου εξηγήσω. Μπορείς να περάσεις από το σπίτι;

- Τουλάχιστον σε λένε Πέτρο;

- Δεν λέγονται αυτά από το τηλέφωνο. Έλα σε παρακαλώ!

- Δεν είμαι δίπλα … σε περίμενα στη καλύβα … η αστυνομία βρήκε ένα πτώμα.

- Σε παρακαλώ έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς…

Όταν κλείνει ένα τηλέφωνο απότομα, πολλά συναισθήματα μπορούν να σε κατακλύσουν: αγωνία, χαρά, λύπη, οργή, απορία ή ακόμα και θυμός. Ειλικρινά, αν ρωτούσε κανείς τον Φίλιππο τι ακριβώς ένιωθε αυτή τη στιγμή, δεν μπορούσε να δώσει απάντηση ούτε για τα πλούτη όλου του κόσμου, τόσο απροσδιόριστο ήταν το συναίσθημα. Περιθώρια επιλογής, βέβαια, δεν είχε και το μόνο που έστεκε ως επιτεταμένη λύση ήταν να συναντηθεί με τον Πέτρο και να ζητήσει επίμονα εξηγήσεις, ακόμη κι αν ο ίδιος αρνούταν να τις δώσει.

Η ώρα όταν μπήκε στο αμάξι του ήταν δώδεκα και μισή, η ημέρα ξημέρωνε Σάββατο και θα ήταν μάλλον το πιο περίπλοκο Σάββατο ολόκληρης της υπόλοιπής του ζωής.

29 Αυγούστου 2010

H Ιστορία των Δύο: Μέρος Δεύτερο (Dimosthenis)

Πριν λίγο καιρό σας είχα ανεβάσει το πρώτο μέρος της "Ιστορίας των 2" που γράφω σε συνεργασία με τον Dimosthenis. Το δεύτερο μέρος της ιστορίας γράφτηκε και ανέβηκε εδώ και κάποιες μέρες στο Blog του. Για όσους δεν το έχουν πάρει χαμπάρι ανεβάζω κι εγώ τη συνέχεια. Ίσως θα ήταν χρήσιμο να ρίξετε και μια ματιά στη πρώτη ιστορία που είχα γράψει για να πιάσετε τη συνέχεια.

............

Βασάνιζε το μυαλό του μήπως και μπορέσει να θυμηθεί το πρόσωπο που εμφανίστηκε κάτω από το λευκό σεντόνι. Μάταια όμως. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα απολύτως. Ήταν σίγουρος ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχε δει τον άνθρωπο αυτόν. Λίγα λεπτά αργότερα, είχε πια σταματήσει να μακαρίζει την τύχη του που δεν ήταν ο Πέτρος στη θέση του πτώματος και είχε πάψει να αναρωτιέται γιατί ο φίλος του είχε αργήσει τόσο πολύ στο προκαθορισμένο ραντεβού τους, χωρίς μάλιστα να τον ειδοποιήσει πάρα μόνο με ένα σύντομο τηλεφώνημα που δεν εξηγούσε και πολλά…

Τώρα, καθόταν σε μια άβολη καρέκλα σε έναν στενό διάδρομο του Τμήματος και άκουγε το μπάτσο που του εξηγούσε ότι είχε βρεθεί μόνο το κινητό του θύματος και τίποτα άλλο. Έτσι κατάφεραν να εντοπίσουν τον Φίλιππο. Από ένα και μοναδικό στοιχείο: τον αριθμό του κινητού του στις εξερχόμενες κλήσεις της συσκευής αυτής. Μετά τη διασταύρωση του καλούμενου αριθμού, ο Φίλιππος συνειδητοποίησε βέβαια ότι ο άνθρωπος που κειτόταν τώρα νεκρός ήταν ο ίδιος που τον είχε πάρει τηλέφωνο λίγες ώρες πριν. Αυτό δεν μπόρεσε να το αρνηθεί. Εκείνο, όμως, που αρνήθηκε πεισματικά να καταθέσει ήταν τι ακριβώς του είπε το θύμα.

Ζήτησε να μείνει λίγο μόνος του να ηρεμήσει, να ξεθολώσει το μυαλό του απ’ όλα αυτά που συνέβησαν και από την εικόνα του μαχαιρωμένου στήθους του πτώματος. Έκλεισε τα μάτια του και όντως κατάφερε να μην το σκέφτεται, να μην το βλέπει το αποτρόπαιο αυτό θέαμα με τα εσωτερικά του μάτια. Είδε όμως τι συνέβη πριν από πέντε χρόνια ακριβώς., είδε πάλι τι τον ανάγκασε να τα βροντήξει όλα και να κάνει μια καινούρια αρχή στο μεταίχμιο των είκοσι πέντε του χρόνων. Με λίγα λόγια, έφερε στη μνήμη του την κουβέντα που είχε με το θύμα.

Εκείνο το βράδυ, η Μαίρη είχε πέσει νωρίς για ύπνο. Την βασάνιζαν έντονες ημικρανίες έλεγε και ήθελε να ξαπλώσει, όπως και έκανε αφού βεβαιώθηκε ότι η μικρή ήταν καλά σκεπασμένη στο διπλανό δωμάτιο. Ο Φίλιππος δε μπορούσε να κλείσει μάτι, στριφογυρνούσε στο κρεβάτι για ώρα, υπέφερε πραγματικά και ήταν τσαντισμένος που δε μπορούσε να εκτονωθεί κάπου. Άλλη μια μέρα σκληρής δουλειάς από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα και στο σπίτι η ίδια κατάσταση με τη Μαίρη να τον αγνοεί επιδεικτικά για τρίτο συνεχή μήνα. Με τίποτα δε μπορούσε να δικαιολογήσει τη στάση της. Το ήξερε ότι ήταν πολύ προσεκτικός και απέκλειε κάθε ενδεχόμενο να τον έχει καταλάβει…

Τελικά, υπέκυψε στην απίστευτη καύλα του, σηκώθηκε από το κρεβάτι αθόρυβα και αφού έκλεισε σιγά την πόρτα της κρεβατοκάμαράς τους, οδηγήθηκε στον αναπαυτικό καναπέ του σαλονιού τους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε τον τελευταίο καιρό και ένιωθε ασφαλής με αυτά τα ωραία ηρεμιστικά χαπάκια που έπαιρνε η Μαιρούλα του για να λυτρωθεί από τους πονοκεφάλους της. Πόσο ευγνωμονούσε το γιατρό της αλήθεια! Γιάτρευε και τους δύο με μία μόνο συνταγή και χωρίς να το ξέρει μάλιστα. Μετά από λίγη ώρα κατάφερε να φτάσει στην κορύφωση λες και ήταν κανένα δεκαπεντάχρονο. Πόσο το απολάμβανε! Ήταν λες κι ο Αποστόλης ήταν εκεί ολοζώντανος, με σάρκα και οστά και του ικανοποιούσε κάθε του βίτσιο, κάθε του παρόρμηση. Ανάσταινε το νεκρό έφηβο στη στιγμή και έφερνε στο μυαλό του το γραμμωμένο του σώμα, τα μαύρα του μαλλιά, την σταρένια του επιδερμίδα ενώ οι παλινδρομικές κινήσεις του χεριού του τον βοηθούσαν να σωματοποιήσει το πάθος του. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει έτσι στο παρελθόν όσο αυτές τις μοναχικές βραδιές στο μικρό του σαλόνι, που δεν ήταν βέβαια και τόσο μοναχικές, αφού η εικόνα του Αποστόλη ήταν εκεί πιο καθαρή από ποτέ, πιο διαυγής κι από τότε που πήγαιναν στο ίδιο σχολείο…

Τελειώνοντας τον κατέβαλε μια τρομερή υπνηλία, όπως συνέβαινε πάντα άλλωστε. Άπλωσε το ιδρωμένο του κορμί στον καναπέ και παραδόθηκε στο γαλήνιο ύπνο. Γαλήνιο;

- Σε θέλω, δεν το καταλαβαίνεις;

-

- Γιατί δεν μου απαντάς, ρε;

-

- Γιατί δε μιλάς, ρε Αποστόλη;

-

- Θέλω… θέλω να πηδηχτούμε εδώ και τώρα!

-

- Τι είναι αυτά που μου λες, μωρέ;

-

- Ααααα…

-

- Άσε με να σε…

...

- Φίλιππε;

- Εεε;

- Φίλιππε, ξύπνα!

- Μαίρη, τι κάνεις εδώ;

27 Ιουλίου 2010

H Ιστορία των Δύο: Μέρος Πρώτο (Zero Point)

Εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα δεν έπρεπε να βρέχει. Τα σύννεφα είχαν μαζευτεί από νωρίς στον ουρανό και πλησίαζαν απειλητικά εκείνη τη μοναχική παράγκα στη μέση του πουθενά. Λίγο πριν το πάρει απόφαση ο Φίλιππος ότι δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την επικείμενη βροχή και τη καταστροφή των όσων είχε σχεδιάσει τόσο καλά, φρόντισε να μεταφέρει το δείπνο μέσα στη καλύβα. Έτσι κι αλλιώς ο ρομαντισμός δεν περιορίζεται σε καμιά κατοσταριά αστέρια που λαμποκοπάνε στον ουρανό. Όχι! Η βέρα ρομαντσάδα μπορεί να υπάρχει και στην απόλυτη καταχνιά. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα κερί, του οποίου η φλόγα θα τρεμοπαίζει, μερικά πιάτα με φαΐ και δυο άτομα. Τώρα που το σκεπτόταν καλύτερα και παραπάνω άτομα να είχε το σκηνικό, θα μπορούσε να είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για διασκέδαση…σίγουρα όχι ρομαντική όμως.


Όταν ξέσπασε η βροχή όλα είχαν τακτοποιηθεί στον εσωτερικό χώρο. Λίγο πριν από την καταιγίδα η ατμόσφαιρα ήταν λες κι είχες ανοίξει το φυσικό κλιματισμό, γεγονός που μάλλον έκανε το άναμμα του τζακιού επιτακτικό. Βγήκε να πάρει από τη βεράντα καμιά δεκαριά ξύλα από τη στοίβα που τα είχε φυλαγμένα. Το σπίτι μπορεί να μην ήταν δικό του, αλλά κάθε καλοκαίρι πέρναγε τις διακοπές του σε αυτή τη ξέμπαρκη ξύλινη κατοικία ανάμεσα στις αχανείς εκτάσεις με τις καλαμποκιές. Η θάλασσα ήταν μόλις ένα τέταρτο με το αυτοκίνητο κι αυτό έκανε τον προορισμό ιδιαίτερα ελκυστικό για τις θερινές διακοπές. Θα φανταζόταν κανείς ότι καθοριστικό ρόλο έπαιζε και το γεγονός ότι δεν χρειαζόταν να πληρώσει μία για να μείνει όσο αυτός ήθελε. Σε χαλεπούς οικονομικούς καιρούς και με τη δεδομένη οικονομική στενότητα την οποία διένυε, το συγκεκριμένο κατάλυμα άθροιζε μια πλειοψηφία πλεονεκτημάτων για το Φίλιππο.


Για μια στιγμή, εκεί στη δροσιά της βεράντας, αναλογίστηκε τι τον είχε φτάσει μέχρι εκεί. Ένα ψηλό γοητευτικό παιδί με αδρές γωνίες, αξύριστο ως συνήθιζε, με καστανόξανθα μακριά μαλλιά που έφταναν μέχρι τον ώμο του, να μεταφέρει ξύλα για ένα τζάκι ημίγυμνος. Σαν πρωταγωνιστής τσόντας ήταν, τώρα που το καλοσκεφτόταν και αυτό έπρεπε άμεσα να διορθωθεί. Ο δυνατός αέρας που φύσηξε έσπρωξε τα μαλλιά του προς τα πίσω και ήταν λες και τον αναζωογόνησε όσο τίποτε άλλο. Άφησε τα δύο ξύλα να του πέσουν και άνοιξε τα χέρια έτσι ώστε ο άνεμος να τον αγκαλιάσει. Είχε μεγάλη ανάγκη να νιώσει ελεύθερος…αποδεσμευμένος από τις ενοχές του παρελθόντος του. Στη τελική, δεν είχε κάνει δα και κανένα έγκλημα. Το να εγκαταλείψεις βέβαια μια γυναίκα κι ένα παιδί για έναν έρωτα δεν είναι και αμελητέα ενέργεια. Ήξερε σίγουρα ότι οι συνέπειες θα ήταν αφόρητες. Οι τύψεις τον καταδίωκαν, αλλά παράλληλα τον κυνήγαγε και η λαχτάρα να ζήσει αυτό που πάντα ονειρευόταν. Ένας δεσμευμένος άνθρωπος από τα δεκάξι του, τότε που ακόμα καλά καλά δεν ήξερε τι κουβάλαγε στα παντελόνια του. Μια βραδιά ανώριμου πάθους και αυτό ήταν…κατάφερε να στοιχειώσει τη ζωή του μέχρι και τα εικοσιπέντε του χρόνια. Ώσπου ένα πρωί, πριν ξυπνήσουν οι υπόλοιποι, μάζεψε μια μικρή βαλίτσα και έφυγε…χωρίς κλειδιά…χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Είχαν βέβαια προηγηθεί πολλά, μέχρι να φτάσουμε σε εκείνο το σημείο. Σαν να μηδενίζεις ένα μετρητή και να ξεκινάς πάλι από την αρχή. Αυτή τη φορά με τελείως διαφορετικούς όρους.


Την απόλυτη στιγμή ελευθερίας του, διέκοψε ο ήχος του κινητού του.


- Λέγετε!

- Ναι…ο ίδιος.

- Ναι τον ξέρω…κατά κάποιο τρόπο.

- Τι εννοείτε είναι νεκρός; Πώς; Μα…


Τα όνειρα σπανίως κρατάνε πολύ. Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι μπορούν να σας το πιστοποιήσουν. Η δύναμη είτε της απομυθοποίησης, είτε της νομοτέλειας μας εμποδίζουν πάντα να φτάσουμε στη πολυπόθητη νιρβάνα. Και το να μην αγγίζεις την αυτο-ολοκλήρωση είναι όπως και να το κάνεις ένα μεγάλο δράμα. Αυτή τη στιγμή έτσι όπως ήταν ανάμεσα στις άπειρες σοδιές καλαμποκιών που ωρίμαζαν ήξερε ότι πολλές φορές το σύμπαν δεν συνωμοτεί για κανέναν, αφού έχει μάλλον τις δικές του δουλειές…


Έπρεπε να κατέβει στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα για να αναγνωρίσει το πτώμα. Δεν είχε ιδέα πώς θα έκανε κάτι τέτοιο. Λες να είναι σαν τις αμερικάνικες ταινίες που σηκώνεις ένα σεντόνι και μέχρι αυτό να ανασηκωθεί εύχεσαι να μην είναι από κάτω το πρόσωπο που περιμένεις; Η ελπίδα μας παίζει άσχημα παιχνίδια ακόμα και στη κόψη του δευτερολέπτου. Είναι η παρηγοριά ότι κάτι δεν θα συμβεί έτσι όπως το έχουμε αντευχηθεί στο μυαλό μας. Ότι τα πράγματα θα κάνουν ένα τουίστ όπως στις χολιγουντιανές μεγάλες παραγωγές και η ταινία θα συνεχίσει ακάθεκτη. Έτσι θα είναι και με το δικό του σεντόνι; Το δίχως άλλο, όταν βρίσκει η αστυνομία ένα κινητό και παίρνει τη τελευταία κλήση, η ελπίδα δεν έχει και πολλά περιθώρια να κάνει παιχνίδι ανενόχλητη.


Η διαδρομή για το αστυνομικό τμήμα έμοιαζε αιώνας. Χιλιάδες σκέψεις να κατακλύζουν το κεφάλι του. Για το παρελθόν του, για τα λάθη που έκανε, μα κυρίως για τα όνειρα που σχημάτιζε χωρίς μάλλον να ρωτήσει το ξενοδόχο. Οι επαρχιακοί δρόμοι είναι τόσο μοναχικοί, τόσο έρημοι…ιδανικές τοποθεσίες για θρίλερ, στα οποία δεκαεξάχρονα σφαγιάζονται ομαδικά από έναν παρανοϊκό μανιακό κατά συρροήν δολοφόνο. Αυτός, όμως, δεν ήταν ένα δεκαεξάχρονο…είχε περάσει ανεπιστρεπτί αυτή την ηλικία…δυστυχώς ή ευτυχώς.


Όταν σταμάτησε με το αμάξι του έξω από το τμήμα κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Δεν ήξερε αν ήθελε, ή μάλλον αν μπορούσε, να περάσει αυτό το μαρτύριο. Δεν είχε διαγράψει τη ζωή του από εδώ και πέρα μ’ αυτό τον τρόπο. Οι μακέτες του μέλλοντός του ήταν φτιαγμένες για δύο, και κανένα σεντόνι δεν ήταν γραμμένο στα σενάρια του μυαλού του. Δεν μπορούσε, όμως, να το αποφύγει. Πρώτον, γιατί αυτό θα επέσυρε υποψίες για το πρόσωπό του, αλλά κυρίως γιατί ήθελε να ξέρει.


Λίγα λεπτά αργότερα όταν ένα σεντόνι θα σηκωνόταν, ένα άγνωστο τελικά πτώμα θα δημιουργούσε μύρια ερωτηματικά. Κι όλες οι ελπίδες στη κόψη του δευτερολέπτου να μην είναι από κάτω ο Πέτρος θα πραγματώνονταν.


Η συνέχεια στον Dimosthenis όταν την ανεβάσει!

Notice: Η Ιστορία των Δύο

Όταν μου έγινε η πρόταση - έγραφα ακόμα τον μονόλογο ενός Blogger - αμέσως δέχτηκα με μεγάλη προθυμία. Εδώ μέσα κάνουμε τη πλάκα μας ομαδικά, οπότε το να γράψω μια νουβέλα συνεταιρικά με έναν άλλο blogger θα ήταν πέρα για πέρα διασκεδαστικό. Το συνεταιράκι, λοιπόν, Dimosthenis κι εγώ αποφασίσαμε να γράψουμε μια ιστορία σε συνέχειες, όπου θα γράφει μία ο ένας, μία ο άλλος. Συνεπώς, ο ένας θα προσδιορίζει τη συνέχεια του άλλου. Δεν είναι φυσικά κάτι πρωτότυπο στη Blogόσφαιρα. Έχει γίνει εδώ και χρόνια κι αν ενθυμούμαι καλώς συμμετείχαν και μια πληθώρα bloggers. Εμείς θα προσπαθήσουμε πάντως να σας δώσουμε το καλύτερο μας εαυτό και μέσα από αυτό να κάνουμε και τη πλάκα μας, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από το να γράφουμε.


Η ιστορία αρχίζει από μένα και στο τέλος κάθε ιστορίας θα υπάρχει link για το blog που φιλοξενεί τη συνέχεια. Ίσως να σκεφτούμε να ανεβάζουμε και στα δύο Blogs τις συνέχειες. Εδώ θα θέλαμε και τα δικά σας σχόλια για το τι ακριβώς σας βολεύει περισσότερο. Φυσικά θα υπάρχει και το σχετικό bannerάκι δίπλα.


Καλή μας αρχή και ελπίζουμε να σας αρέσει.