Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αράδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αράδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Ιανουαρίου 2017

Ο Κύρος Γρανάζης και η Ρόδα

«Ρόδα είναι και γυρίζει», συνηθίζει να λέει ο θυμόσοφος λαός. Ωστόσο, όπως υπάρχουν κάποια παιδιά που δεν γίνονται «άντρες» (sic), έτσι φαίνεται πως υπάρχουν και κάποιες ρόδες που δεν είναι γραφτό να γυρίσουν.

Η ιστορία της «ρόδας» της Πλατείας Συντάγματος είναι λίγο πολύ γνωστή, καθώς το στήσιμο και ξε-στησιμό της πραγματοποιήθηκε μπροστά στα μάτια του αθηναίου και μη περαστικού καθ’ όλη την εορταστική περίοδο. Δυστυχώς στο φιλοθεάμων αθηναϊκό κοινό δεν έκατσε να χαρεί γυροβολιές στον αττικό ουρανό, καθώς και να κλέψει λίγο από την αίγλη του London Eye. Ως εκ τούτου, η ζωή του Athens Eye προσομοίασε περισσότερο με εκείνη μιας σκαλωσιάς οικοδομής, παρά με την πλουσιοπάροχη έκδοση αυτής της Γιάννας Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη.

Δεν θέλω να μπω στις διαδικαστικές λεπτομέρειες και αστοχίες που οδήγησαν στην αποτυχία του εγχειρήματος. Εξάλλου και παραιτήσεις του Προέδρου του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων, κ. Τεντόμα, είχαμε και δελτία τύπου από τη Δημαρχία και ανακοινώσεις από την εταιρεία. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους και σε γενικές γραμμές είμαι αρκετά καλόπιστος για να πιστέψω ότι εν τέλει οι δημότες της Αθήνας δεν επιβαρύνθηκαν ούτε με 1€. Σημαντικό, αλλά όχι ενδεικτικό! Στο πλαίσιο αυτό του κειμένου θα ήθελα να βουτήξω κάποια βήματα πιο πίσω, πολύ πριν αντικρίσουμε τη σιδερένια ρόδα στην πολύπαθη πλατεία, κάπως σαν σε παραμύθι.

Μια φορά κι έναν καιρό, πίσω από τις πόρτες κάποιων γραφείων της Κοτζιά ή της Λιοσίων κάθονταν κάτι τύποι. Ο περισσότερος κόσμος τους αποκαλούσε σύμβουλους και οι φήμες τους ήθελαν να κυκλοφορούν μονίμως με έναν ηλεκτρικό γλόμπο πάνω από το κεφάλι, ο οποίος ενίοτε άναβε και τους φώτιζε σαν θείο φως. Σκεφτείτε τους εσείς τώρα κάτι σαν τον Κύρο Γρανάζι, μόνο στο λιγότερο πτηνό. Οι τύποι αυτοί ήταν κατά βάση οι «έμπιστοι» του Δημάρχου και επιφορτισμένοι με το να κατεβάζουν ιδέες… πάσης φύσεως! Ομολογουμένως, άλλες φορές οι πολύφερνες ιδέες τους ήταν πετυχημένες και άλλες όχι ιδιαίτερα. Σε κάθε, όμως, περίπτωση – και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό – ήταν οι άνθρωποι του Δημάρχου, εκείνοι που φρόντιζαν να είναι ασφαλής και να βγαίνει αλώβητος από όλους τους κινδύνους, οι οποίοι - πιστέψτε με – από μέρος που πέρασε ο Μήτσος ο Σον Σον, ο Νικήτας-Τσικίτας και η Θοδώρα η μικρή Εξερευνήτρια είναι πολλοί! Μια μέρα, λοιπόν, έπεσε στο τραπέζι η ιδέα μιας σιδερένιας φαντασμαγορικής ρόδας – εν όψει εορτών – στην πιο κεντρική πλατεία της πόλης. Για να είμαστε σωστοί στην ιστορία μας, η ιδέα φαίνεται να έπεσε από την ομάδα ενός άλλου κυρίου, οπότε οι Κύροι μας μπορεί να βρέθηκαν εξ απήνης. Ό,τι και να συνέβη, όμως, στην πραγματικότητα, γεγονός παραμένει ότι ερωτήθηκαν κατά πόσο η όλη ιδέα τους φαινόταν έξυπνη…

Ας διακόψω, όμως, εδώ το παραμύθι μας για μια πρώτη παρατήρηση - σχεδόν αξίωμα: «εν έτει 2017, με όλα όσα έχουν προηγηθεί, κανείς πολίτης δεν θα πιστέψει ότι η ρόδα δεν κόστισε τίποτα στο Δήμο». Να ξεκαθαρίσω πως δεν θα το πιστέψει όχι γιατί είναι αλήθεια, εξάλλου ο μέσος Έλληνας δεν εμπιστεύεται ποτέ την αλήθεια, αλλά γιατί η φυσική ροπή του Έλληνα είναι στο λαϊκισμό. Αρκεί να δει κανείς όλες τις μεταμνημονιακές εκλογικές αναμετρήσεις και την άνοδο κάτι τύπων σαν τον Αρτέμη Σώρρα! Οι Κύροι οφείλουν να αναγνωρίζουν αυτό το αξίωμα.

Ευθέως προχωρώ σε μια δεύτερη παρατήρηση: «πέραν της νομιμότητας μιας δαπάνης, υπάρχει και η σκοπιμότητα της ίδιας της δαπάνης». Οι απανταχού Κύροι θα σου απαντήσουν ότι μια τέτοια κίνηση θα παρείχε την απαραίτητη τουριστική προβολή της πόλης, ενώ θα απάλυνε όσο να ‘ναι το άλγος του ταλαιπωρημένου αθηναίου. Το πρώτο σκέλος είναι μάλλον αίολο, αφού η ρόδα δεν θα έμενε παρακαταθήκη στην πόλη, αλλά θα μας συντρόφευε για ένα πεπερασμένο διάστημα. Το δεύτερο σκέλος είναι ομολογουμένως αληθές, ιδιαίτερα δεδομένης της αδράνειας από μεριάς της γενικής κυβέρνησης και εγκληματικής Περιφερειάρχη, ωστόσο και εδώ προκύπτει ένα πρόβλημα σκοπιμότητας. Δεν υποτιμώ σε καμιά περίπτωση τη δύναμη της θετικής ψυχολογίας, ωστόσο ο πολιτικός – και κατ’ επέκταση ο κάθε Κύρος – πρέπει να κατηγοριοποιεί τις όποιες επιλογές κατά προτεραιότητα. Αναγνωρίζοντας τη σημασία της υποκειμενικότητας σε μια τέτοια προσπάθεια, δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι: «σε ποια κλίμακα προτεραιότητας δρα ως αναλγητικό μια ρόδα»;

Εκείνη την φορά κι εκείνο τον καιρό, παρόλες τις αντιρρήσεις κάποιων Κύρων, υπήρξαν κάποιοι άλλοι που βρήκαν την ιδέα της ρόδας θελκτική. Με τούτα και με εκείνα, η ρόδα άρχιζε να στήνεται πάνω στις ηρωικές ξύλινες παλέτες και ο περαστικός κόσμος είχε ανάμεικτα αισθήματα. Κάποιοι περαστικοί βρήκαν την ιδέα φανταστική, ενώ άλλοι αποκρουστική. Βέβαια, υπήρχαν και κάτι τρίτοι που έμειναν για λίγο στάσιμοι και κοίταξαν πίσω από τη ρόδα, αναλογιζόμενοι τους Κύρους, τους Δημάρχους, τους Τεντόμες, αλλά και τις παραπάνω δύο κατηγορίες πολιτών. Τέλος, κοίταξαν στο βάθος, το κιτρινωπό κτήριο που τα τελευταία χρόνια αντικατόπτρισε ένα γενικευμένο ρεύμα αρνητισμού και αγανάκτησης (ντεμέκ ως επί το πλείστον, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα συζήτησης). Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό αναρωτήθηκαν μεγαλόφωνα: «γιατί είναι τόσο δύσκολο να βρει κανείς καλούς Κύρους σε αυτό τον τόπο»;
---
υ.γ. Ο Σύμβουλος πληρώνεται πρωτίστως για να προστατεύει αυτόν που συμβουλεύει. Οφείλει, λοιπόν, να ξέρει ότι στην πολιτική μια κίνηση δεν έχει σημασία πάντα πως εσύ θα την πλασάρεις, αλλά οφείλεις να συνυπολογίσεις το πώς οι πολίτες μπορεί να την αντιληφθούν. Ως προς την κατάληξη, οι εικόνες μιλούν από μόνες τους…










16 Νοεμβρίου 2016

Η Γραβάτα του Τσίπρα και ο Θεσμικός Μανδύας

Η επίσκεψη Obama πυροδότησε τη δημόσια σφαίρα με μια εκπληκτική μαγιά για συζήτηση, χλευασμό, σάτιρα και προβληματισμό. Εντούτοις, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτή τη χώρα, η δεινότητα μας πάνω στην κοινωνική ανάλυση περιορίστηκε σε στιλιστικά ατοπήματα, σε λεκτικές πομφόλυγες και αδύναμα σημεία της μη-λεκτικής επικοινωνίας. Λίγο πολύ κάτι τέτοιο οφείλει να είναι αναμενόμενο από τους χρήστες των κοινωνικών δικτύων, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι μέσα σε λιγοστούς χαρακτήρες και με την αρωγή οπτικοακουστικών μέσων να σκιαγραφήσουν ένα γεγονός, συχνά με μια διάθεση διακωμώδησης ή καυστικού σχολιασμού. Παρόλα αυτά, ακόμα και μέσω αυτής της περιορισμένης, ομολογουμένως, προσπάθειας καλλιεργείται ένα κλίμα, υπογραμμίζεται μια τάση και μπαίνουν θέματα στην ατζέντα της καθημερινότητας, αν όχι και της πολιτικής. Για το τελευταίο αρκεί κανείς να συμβουλευθεί τις ετήσιες μελέτες του Twiplomacy για να κατανοήσει πως ακόμα και η ίδια η πολιτική επικοινωνία – ίσως και η εν γένει διαδικασία παραγωγής πολιτικής -  μεταλλάσσεται σε έναν κόσμο που βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση.

Όλα τα παραπάνω – εκ μέρους τουλάχιστον των απλών πολιτών – είναι αναμενόμενα. Αυτό που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει ένα συμβιβασμό είναι η επιφανειακή ανάγνωση όλων των ανωτέρω από τη δημοσιογραφική κάστα, την πολιτική φάρα και τους ανθρώπους του πνεύματος. Διάβασα πολλά άρθρα, μερικά εκ των οποίων συμπαθητικά περί της παραβίασης του όποιου πρωτοκόλλου από τον Έλληνα Πρωθυπουργό και για την καταπάτηση του πρωτοκόλλου μόδας από μεριάς του κ. Τσίπρα. Αυτό που δεν διάβασα είναι μια κριτική στάση απέναντι στο γιατί, εκτός αν μας ικανοποιεί μια απάντηση του τύπου «γιατί μπορεί», «γιατί έτσι γουστάρει» ή «γιατί έτσι μας αρέσει». Μολαταύτα, ανέκαθεν πίστευα ότι ούτε η πολιτική, αλλά ούτε και η ορθά εφαρμοσμένη δημοσιογραφία δεν είναι μπύρες Amstel! Αυτό ακριβώς, λοιπόν, το κενό είναι που με παρακινεί να γράψω άλλη μια φορά. Όχι τόσο γιατί κάποιος θα το διαβάσει, όσο γιατί νιώθω την ανάγκη πως πρέπει να το υπογραμμίσω.

Ας αρχίσουμε από μια ερώτηση: «γιατί υπάρχουν τα πρωτόκολλα;». Η ανομοιογένεια των κουλτούρων και η αναπόφευκτη συνύπαρξη τους σε πολιτικό ή διπλωματικό επίπεδο ανέδειξε γρήγορα την ιστορική ανάγκη να συμφωνήσουμε πάνω σε διαδικασίες ή συστήματα κανόνων μέσω των οποίων διενεργούνται διακρατικά ή διπλωματικά γεγονότα. Τα πρωτόκολλα εμπεριέχουν έντονα το συστημικό παράγοντα, αφού είναι εκ φύσεως περιοριστικά και άκρως στεγανά. Αναμφίβολα μπορεί να φαντάζουν άνευρα, έως και εκνευριστικά, αφού μας βάζουν συχνά σε ξένα παπούτσια, πόσο μάλλον δε όταν συνήθως τα παπούτσια είναι εκείνα του ισχυρού, ο οποίος διαθέτει σε διαχρονική βάση μεγαλύτερη διαπραγματευτική ικανότητα. Το πρωτόκολλο δεν διαφέρει τραγικά από έναν όποιον άλλο τυπικό θεσμό, απλά διαθέτει μια πιο διεθνή διάσταση.

Πάμε ένα βήμα πιο πέρα στο συλλογισμό μας, με ένα πρόσθετο ερώτημα: «για ποιο λόγο μπορεί να παραβιάζονται τα πρωτόκολλα;». Τα πρωτόκολλα έχουν ένα κακό συνήθειο, είναι βαριά, στεγανά και ανελαστικά. Τυχόν παραβίαση τους – ειδικά όταν συμφωνείται από κοινού – εξυπηρετεί την υιοθέτηση πιο χαλαρών νορμών, έτσι ώστε να  επιτυγχάνεται η εξοικονόμηση χρόνου και κόπου, αλλά πολλές φορές και χάριν της αποτελεσματικότητας. Το ενδιαφέρον είναι τι συμβαίνει όταν η παραβίαση του πρωτοκόλλου γίνεται μονομερώς. Αποκλείοντας τις καθαρά ανορθολογικές εκδοχές παθολογικής συμπεριφοράς, πρέπει αναγκαστικά να δεχθούμε ότι η συνειδητή παραβίαση ενός πρωτοκόλλου εξυπηρετεί έναν απώτερο σκοπό, αποτελεί με άλλα λόγια μια «δήλωση». Η σημειολογία μιας ενέργειας έχει νόημα τόσο στην καθημερινότητα μας, όσο και στην πολιτική ζωή ενός τόπου. Κάποιος θα μπορούσε να υπερτονίσει και τη σημειολογική αξία της αδράνειας, αλλά θα ανοίξουμε ένα μεγάλο θέμα που δεν χρειάζεται για τους σκοπούς αυτού του κειμένου.

Πάμε, λοιπόν, στη μελέτη μιας πιο ειδικής περίπτωσης: «τι σημαίνει ότι ο Τσίπρας δεν φορά γραβάτα;».  Κατά τη γνώμη μου, ακόμα και η ίδια η ερώτηση φανερώνει μια κρίσιμη προβληματική και εξηγώ αμέσως γιατί. Το ότι ο Τσίπρας δεν φορά γραβάτα δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Η πιο απλή εξήγηση θα ήταν ότι δεν του αρέσει ή τον πνίγει στο λαιμό. Ωστόσο, το ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός δεν φορά γραβάτα σε μια επίσημη συνάντηση με ομολόγους του σημαίνει κάτι. Αν για παράδειγμα ο Έλληνας Πρωθυπουργός ήθελε να κάνει μια σημειολογική δήλωση με τη μη-χρήση της γραβάτας, προσωπικά δεν θα είχα κανένα πρόβλημα. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν εξάγεται με οιοδήποτε τρόπο τα τελευταία χρόνια. Αντιθέτως, η μόνη πειστική εξήγηση δίνεται από τη σημερινή ανάρτηση του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, κ. Πολλάκη, ο οποίος παρέθεσε το εξής σχόλιο:


Η γραβάτα, λοιπόν, ταυτίζεται σημειολογικά με το σύστημα, το κατεστημένο και την καθεστηκυία τάξη που η Κυβέρνηση θέλει να καταπολεμήσει. Με κίνδυνο να θεωρηθώ μέλος αυτής της ιδιότυπης cosa nostra θα υπογραμμίσω ότι αυτή η σημειολογία είναι τουλάχιστον βρεφικού επιπέδου, αν όχι παντελώς κενή. Με την ίδια λογική, θα προτιμούσα πιότερο ο Έλληνας Πρωθυπουργός να εμφανιζόταν στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής με μπλούζα του Che Guevara, παρά χωρίς γραβάτα.

Αναμφίβολα, η απουσία γραβάτας είναι απλά ένα καρέ και σε καμιά περίπτωση ολόκληρη η ταινία, όχι μόνο για τον Τσίπρα, αλλά και για την πλειοψηφία των μελών της Κυβέρνησης. Το καίριο ερώτημα και πάλι δεν είναι αν ο Τσίπρας εκθέτει μια χώρα με την παράβαση των διεθνών νορμών, αλλά κατά πόσο ο Τσίπρας είναι συμφιλιωμένος με τη θεσμικότητα του να είναι κάποιος Έλληνας Πρωθυπουργός. Είναι άλλο πράγμα τι δεν μου αρέσει εμένα να πράττω ως κος Μηδενικός και άλλο το τι δεν μου αρέσει να κάνω όταν βρίσκομαι σε μια θεσμική θέση. Η ουσία είναι ότι ο Τσίπρας απεχθάνεται το θεσμικό του μανδύα και αυτό δεν είναι άποψη σε επίπεδο lifestyle, αλλά άρνηση της ίδιας της θεσμικότητας του ρόλου για τον οποίο πάλεψε με κάθε μέσο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του περιόδου.

Ειλικρινά, δεν θα με πείραζε διόλου αν ο Πρωθυπουργός Τσίπρας ήθελε να ηγηθεί μιας εκ βαθέων ανατροπής του θεσμικού κεκτημένου-κατεστημένου, εφόσον βέβαια αυτό το είχε βάλει πάνω στο τραπέζι του κοινωνικού διαλόγου. Ωστόσο, ο Πρωθυπουργός Τσίπρας, παρότι ευαγγελίστηκε την ανατροπή, τυλίχτηκε βασανιστικά μέσα στην κουβέρτα της καθεστηκυίας θεσμικότητας, είτε αυτή λέγεται αστική δημοκρατία, είτε αυτή λέγεται πατερίτσα των Θεσμών, είτε λέγεται ευρωπαϊκότητα της Ελλάδας. Εν τέλει η αντίδραση του προσομοίασε πιότερο εκείνης ενός εφήβου – ή ακόμα χειρότερα ενός παιδιού – που φοράει το πολυφορεμένο t-shirt μόνο και μόνο για να «την σπάσει» στον καταπιεστικό γονέα, παρά μιας ενός ώριμου και συνειδητοποιημένου ηγεμόνα. Είναι ακριβώς αυτή η έλλειψη συμφιλίωσης του Τσίπρα, της Κυβέρνησης και του Κόμματος του με το θεσμικό τους ρόλο που με τρομάζει, που με ανησυχεί και που με κάνει να αμφιβάλλω για την ωριμότητα του.


Σε προηγούμενο κείμενό μου ανέλυσα την εφηβικότητα του ΣΥΡΙΖΑ στα χρόνια του Μνημονίου. Νομίζω ότι αυτή η εφηβική φάση του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με την έλλειψη συμφιλίωσης του με το θεσμικό μανδύα που φέρει η θέση του είναι που προκαλεί ένα σύνολο προβληματικών. Εκεί εντοπίζεται η ουσία, η γενεσιουργός αιτία της μιζέριας του. Και βέβαια το ζήτημα είναι ακραία υπαρξιακό, ένα θέμα που πρέπει ο ίδιος ο Αλέξης και το Κόμμα του να λύσουν. Δεν μπορώ, όμως, παρά να αναρωτιέμαι: όταν ένας λαός φαντάζει ως το ανήλικο στερνοπούλι μιας οικογένειας που ξεκληρίστηκε σε ένα ατύχημα, πόση πολυτέλεια μπορεί να έχει για να δέχεται ως κηδεμόνα το μεγάλο, αλλά εξίσου ανήλικο, αδερφό του;    

25 Οκτωβρίου 2016

Στα Χρόνια της Μνημονιακής Εφηβείας

Ο ιστορικός του μέλλοντος έχει υλικό για διατριβές τουλάχιστον μιας δεκαετίας. Παρότι για αυτό είμαι σχεδόν σίγουρος, δεν θα μπορούσα, με περισσή ευκολία, να παραδεχτώ ότι ο έλληνας ιστορικός του μέλλοντος θα έχει τη δυνατότητα να κατοικεί εντός της επικράτειας. Παρά  ταύτα κι από το ενδεχομένως εξω-ευρωπαϊκό και δεσμευτικά βροχερό Λονδίνο μια χαρά κάνει ένας ιστορικός τη δουλειά του.

Δεν θα τολμούσα να επιχειρήσω εδώ μια αποτίμηση της μεταμνημονιακής εποχής στην Ελλάδα. Εξάλλου, έξι και χρόνια μνημόνια – πασοκικά, νεοδημοκράτικα και συριζαΐκά – και δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να αποτιμήσουμε επαρκώς τους λόγους που μας έφτασαν εδώ. Θες η καθαγιοποίηση του Βούδα της Ραφήνας και οι εκλεκτές του συγγένειες με την επωνομαζόμενη «αριστερά», θες η ένοχη και η παθολογική μας λατρεία στον πάλαι ποτέ πασοκισμό… πάντως ο ειλικρινής αντικατοπτρισμός στα μύχια της ψυχής του Έλληνα απέχει παρασάγγας από αυτό που θα μπορούσε κάποιος να ορίσει «επαρκές».

Ωστόσο, αυτό που θα μπορούσα να ισχυριστώ με κάποια βεβαιότητα είναι ότι καμιά κυβέρνηση μετά το 2010 δεν έκανε κύριο της το όποιο μνημονιακό διακύβευμα. Θα μου πείτε: «βρε μπάρμπα, πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό, όταν ο μέσος κάτοικος της χώρας ευλογούσε τις αλησμόνητες πατρίδες προ του 2008;». Ορθώς, θα ανταπαντούσα ευθέως! Εντούτοις, σε κάποια γωνία αυτού του ιδιότυπου γνωσιακού δίπολου θαρρώ πως βρίσκεται η εξήγηση του εμφανώς δυσεπίλυτου διλήμματος. Αυτά ας τα αφήσουμε όμως για μια άλλη φορά…

Επαγωγικά, από τον παραπάνω σύντομο και αποσπασματικό συλλογισμό, προκύπτει, όμως, μια εύλογη απορία. Αν οι προηγούμενοι κυβερνώντες δεν κατάφεραν να εσωτερικοποιήσουν το μνημονιακό αφήγημα, πώς αναμένουμε να το πετύχει αυτό ένα κόμμα της Αριστεράς; Η απάντηση και πάλι θαρρώ πως θα έπρεπε να είναι κατηγορηματική. Ένα γνήσιο κόμμα της Αριστεράς δεν θα μπορούσε ποτέ να ενστερνιστεί επί της ουσίας ένα μνημονιακό αφήγημα! Στο αξίωμα αυτό θα ενέτασσα και το πνεύμα της ανακοίνωσης του 2ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να διακρίνει τη συνύπαρξη λέξεων όπως «μνημόνιο», «παράλληλο πρόγραμμα» και «επιτροπεία». Περιέργως, η μεταμνημονιακή συνταγή της αποτυχίας αποκρυσταλλώνεται μέσα από αυτούσια πρόταση της ανακοίνωσης και έχει ως εξής: «Ασφαλώς, όμως, η συμφωνία, δεν είναι το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε είναι «ιδιοκτησία της Αριστεράς», όπως δημόσια ζητούν να αναγνωρίσουμε εκπρόσωποι των δανειστών σε μια προσπάθειά τους να ξαναγράψουν την ιστορία της σκληρής διαπραγμάτευσης και του αγώνα που δώσαμε και να σβήσουν το ίχνος του δικού τους αδίστακτου εκβιασμού». Με άλλα λόγια, η ιδιοκτησία των μετά το 2010 μνημονίων παραμένει μετέωρη σε μια ατέρμονη λούπα και αυτά γυρνούν σαν αδέσποτα σκυλιά, τα οποία ως συνήθως πεινασμένα κλέβουν και δαγκώνουν περαστικούς.

Ο Τσίπρας φαίνεται να είναι από τους λίγους – μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ – που κατανοεί ότι μπορεί ιστορικά η εγκαθίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ να μην περνά μέσα από το Μνημόνιο καθεαυτό, αλλά σίγουρα περνά μέσα από την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα per se. Παρότι αυτό είναι, μάλλον, αυτονόητο, για κόμματα όπως η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ ή το ΚΚΕ, το ίδιο δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισχύει και για το ΣΥΡΙΖΑ. Από μια άλλη σκοπιά, εύλογα κάποιος θα υπογράμμιζε ότι η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την ενηλικίωση είναι ένα τίμημα που ενδεχομένως πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, αλλά και οι Έλληνες ως πολίτες να υπομείνουν.

Εντούτοις, η όποια ενηλικίωση ανθρώπου ή κόμματος δεν γίνεται αναίμακτα. Μακάριοι οι γονείς που μεγάλωσαν παιδιά που δεν πέρασαν έντονη εφηβεία, ωστόσο ο κανόνας, μάλλον, θέλει τον κάθε νέο να διανύει μια περίοδο βαθιάς άρνησης και αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης και των νορμών που του επιβάλλονται με ένα πατριαρχικό σχεδόν τρόπο. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν έφηβος, τότε περιγραφικά θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τις αντικρουόμενες απόψεις στο εσωτερικό του σαν φωνές που αντηχούν στο μυαλό ενός εφήβου. Πρόκειται για μια σύγκρουση νοητικών μοντέλων, μια μάχη ανάμεσα στο παλιό που έχει χειραφετηθεί από το στενό οικογενειακό πυρήνα και το νέο που διοχετεύεται αδιάλειπτα μέσα από την απότομη ένταξη του ατόμου στην κοινωνία, έξω από την προστατευτική γυάλα του οικογενειακού κλοιού. Και για να είμαστε ξεκάθαροι, αυτή δεν είναι μια διεργασία που οφείλει να περάσει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ ως παγκόσμια πρωτοτυπία. Όλοι ανεξαιρέτως οι κομματικοί οργανισμοί περνούν – σχεδόν νομοτελειακά – τις φάσεις του κύκλου ζωής τους. Αυτό που διαφοροποιείται, όμως, από περίοδο σε περίοδο είναι οι συνθήκες του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα αυτός ο κύκλος ζωής. Γιατί αγαπητοί μου, άλλο είναι να περνάς τη φάση της εφηβείας με ένα γερό πορτοφόλι στήριξης από τους δόλιους γονείς και άλλο ορφανός σαν ήρωας του Καρόλου Ντίκενς.

Ο πολιτικός χρόνος μέσα στον οποίο ένα κόμμα μπορεί να ξεδιπλώσει μια πολιτική, να δώσει σχήμα σε μια ιδεολογία, να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των ημετέρων του… και γιατί όχι και να ενηλικιωθεί είναι κρίσιμος και θεμελιακός παράγοντας βιωσιμότητας του όποιου εγχειρήματος. Αυτό δεν αλλάζει! Ως σημείο του καιρού μας, όμως, αυτό που διακρίνεται δια γυμνού οφθαλμού με αρκετή μυωπία είναι ότι αυτός ο χρόνος συστέλλεται συνεχώς, δίχως καμία δυνατότητα επιμήκυνσης. Αντιθέτως, η τάση και η εμπειρία δείχνει ότι μαζεύεται σχεδόν καχεκτικά, όπως ακριβώς το πανάκριβο πουλόβερ που μπήκε στο πλύσιμο. Και μπορεί η νοικοκυρά να κλαίει γοερά και επίμονα για τα λεφτά που είχε ξοδέψει για να το αγοράσει πίσω στο 2006, αλλά το κυρίαρχο πρόβλημα μένει… έρχεται χειμώνας και αυτή θα μείνει άλλη μια χρονιά με τη γύμνια της μέσα στο κρύο…



29 Ιουλίου 2016

Νεφελοκοκκυγία

Πούθε πέφτει αλήθεια η Νεφελοκοκκυγία; Ψηλά αναμφίβολα, μιας τέτοιας χώρας της πρέπει ο αιθέρας. Αριστοφανικά, η εν λόγω μυθική γεωγραφία τοποθετείται κάπου ανάμεσα στους Θεούς και τους Ανθρώπους, θέση στρατηγική, αφού σε άλλες εποχές θα περνάγαμε και αγωγούς φυσικών αερίων ή μερικές γραμμές μετρό να μας βρίσκονται αν μπορούσαμε. Για καλή τύχη, βέβαια, τόσο της Νεφελοκοκκυγίας όσο και των απανταχού φορολογουμένων, αυτό δεν δύναται φυσικώς να επιτευχθεί. Από την άλλη οι Πεισθέταιροι και Ευέλπιδες  σε αυτή την πλάση ποτέ δεν στέρεψαν ή έστω περίσσεψαν.

Γιατί, άραγε, ως άνθρωποι έχουμε τη φυσική ροπή να αποζητούμε τη Νεφελοκοκκυγία; Ή κοιτώντας το ελαφρά λοξά το θέμα, γιατί είμαστε τόσο επιρρεπείς στην υπόσχεση της; Η απάντηση στο ερώτημα θαρρώ πως είναι απλή και διττή. Πρώτον, διότι αυτή είναι η φύση μας και δεύτερον γιατί κάπως πρέπει να ζήσουν οι Πεισθέταιροι και οι Ευέλπιδες. Ποιος άλλωστε δεν επιθυμεί να ίπταται ξεκούραστος στους αιθέρες του μυαλού, χωρίς έννοιες, χωρίς σκοτούρες, με πακτωλό χρημάτων (δανεικών και αγύριστων κατά προτίμηση) και βασικά να διαθέτει και στο τσεπάκι του εξουσία επί των Θεών, επιχειρώντας έτσι περήφανες και πρωτόγνωρες για εαυτόν πολύωρες διαπραγματεύσεις μαζί τους. Εξάλλου, για το χρήμα, την εξουσία και τον έρωτα έχουν, ιστορικά, γίνει τα μεγαλύτερα εγκλήματα και μάχες, και οι Πεισθέταιροι αυτού του κόσμου το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά.

Πούθε πέφτει, λοιπόν, η Νεφελοκοκκυγία; Άραγε δύναται να βρίσκεται παντού, να περικλείει όλη την πλάση, δίχως διαχωρισμούς κι αποκλεισμούς; Ο Πεισθέταιρος θα υποστήριζε ότι όλοι έχουμε δικαίωμα στο όνειρο, αλλά και το βίωμα, του να ζούμε, του να πάρουμε τη θέση που μας αξίζει στη Νεφελοκοκκυγία. Αίτημα δίκαιο, ωσάν τη δίκαιη ανάπτυξη, αξία θεμελιακή, αυτονόητη. Πλάι του, ο Ευελπίδης θα προσέθετε σαφώς ότι είναι βέβαιος ότι το status της Νεφελοκοκκυγίας θα είναι παρασάγγας καλύτερο για όλους, από αυτό που ζούμε τώρα.

Πώς πάμε, όμως, στη Νεφελοκοκκυγία; Μα σας το είπα, μετρό δεν υπάρχει, πάνω-κάτω σαν τη Θεσσαλονίκη ένα πράγμα, και ο ΟΑΣΘ έχει 24ωρη απεργία… χαλαρά. Σύμφωνα με τα λόγια του Πεισθέταιρου, όμως, ο δρόμος για τη Νεφελοκοκκυγία πρέπει να είναι πρωτίστως περήφανος, όχι δοσίλογου χαρακτήρα σαν αυτό που βιώναμε χρόνια τώρα. Παρομοίως, η αιθέρια αυτή πόλη οφείλει να κομίζει το «νέο». Ποιο νέο; Ώχου αδερφέ, αυτό που δεν είναι παλιό! Τι είναι παλιό; Αυτό που βιώνεις ντε, δεν έχεις κουραστεί μέσα σε αυτή τη διαρκή άχλη. Τι είναι άχλη; «Χμμμ… θαρρώ σε καλό δρόμο είμαστε», αναφώνησε ο Ευελπίδης κάπου πίσω από μια συκιά.

Είναι κάτι ακόμα που πρέπει να γνωρίζουμε για τη Νεφελοκοκκυγία; Τίποτα παραπάνω που να θέλω να μάθεις είναι η αλήθεια, σιγοψιθύρισε ο Πεισθέταιρος ένοχα. Τώρα αν εσύ είσαι κάνας μπούφος, τιμητικός πολίτης της Νεφελοκοκκυγίας, και δεν διαβάζεις τα ψιλά γράμματα, δεν θα φέρω εγώ καμιά ευθύνη, σκέφτηκε και μειδίασε ένοχα ο Ευελπίδης. Θα μπορούσα εγώ δηλαδή να σας ενημερώσω ότι στη Νεφελοκοκκυγία δεν έχει χρήματα (κάτι σαν μόνιμα capital controls βρε αδερφέ), δεν λέει κανείς ψέματα (δηλαδή βασικά είναι όλοι τόσο μπούφοι που χωνεύουν αμάσητα όλα τα ψέματα) και δεν γίνονται δίκες (σκέψου τώρα εσύ σαν να λέμε τη Θάνου με το μαλλί Ναυτίλο να περιμένει στην ουρά του ΟΑΕΔ για το επίδομα ανεργίας σε είδος… λεφτά δεν έχουμε είπαμε), αλλά όλα αυτά δεν θα σας τα πω. Η χάρη του να ανακαλύπτει μόνος του ο άνθρωπος τα λάθη του είναι βίωμα ανεπανάληπτο και με αξία ανεκτίμητη.

Και τώρα που στα είπα όλα αυτά, τι λες, πάμε Νεφελοκοκκυγία;


22 Δεκεμβρίου 2015

Ένα κείμενο-reboot για το Σύμφωνο Συμβίωσης 7 χρόνια μετά...

(Στις 18 Μαρτίου του 2008 έγραψα το παρακάτω διήγημα υπέρ της επέκτασης του Συμφώνου Συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια. Σήμερα – αν όλα πάνε καλά – νομίζω ότι οφείλω να του αλλάξω την τελευταία παράγραφο…)

Τον πρώτο μου γάμο τον έκανα το 1979. Την λέγανε Πίτσα. Αχ αυτή η Πίτσα, τι να κάνει άραγε τώρα; Άλλοι καιροί βλέπεις τότε, ήμασταν πιο λεύτεροι και είχαμε τα μυαλά μας πάνω απ’τα κεφάλια μας. Η μάνα μου, που λες, την Πίτσα δεν την πήγαινε καθόλου. Ήταν λέει κορδελιάστρα και δεν έκανε για την κλάση μας. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι εννοούσε η μάνα μου με τον όρο κλάση. Ο πατέρας μου ήταν μανάβης και εκείνη μοδίστρα. Τι σκατά κλάση μπορούσαμε να έχουμε όταν τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα σε ένα χωριό έξω από τη Λάρισα και την εφηβεία μου στα Πετράλωνα; Το είπα αυτό μια φορά στη μάνα μου κι έγινε ο χαμός. Άρχισε να με ψέλνει ότι δεν εκτιμώ ό,τι έχουν κάνει για εμένα και ότι είμαι ένας αχάριστος και μισός. Μπορεί και να ήμουν, τι να πω; Θυμάμαι πάντως ότι ήταν δυο μήνες πριν παντρευτώ την Πίτσα που ‘γινε αυτή η συζήτηση με τη μάνα μου. Να ‘ναι καλά εκεί που είναι. Η μάνα μου ντε, όχι η Πίτσα. Γιατί τελικά η μάνα μου είχε δίκιο. Δεν αποδείχθηκε γυναίκα της προκοπής το γυναικάκι.

Την Πίτσα που λέτε τη γνώρισα σε ένα μπαρ και μου ‘ρθε αμέσως ο ντουβρουτζάς. Δε λογάριασα ούτε γονείς, ούτε φίλους. Παρότι όλοι μου λέγανε ότι ήταν σκάρτη. Αν την θωρούσες το καταλάβαινες αμέσως, αλλά εγώ βλέπετε την είχα δαγκώσει τη λαμαρίνα. Τους αγνόησα όλους τελικά και δυο μήνες μετά την πήρα με παπά και με κουμπάρο. Μας πάντρεψε στην εκκλησία του Αη Γιώργη ο κολλητός μου – ο Νίκος - κι εγώ ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Σας είπα ότι η μάνα μου δεν την ήθελε; Αα ναι σας το ‘πα! Δίκιο είχε τελικά η αναθεματισμένη. Έξι μήνες μετά με παράτησε και έφυγε με το Νίκο για τη Θεσσαλονίκη. Αχ ρε τι σκρόφα!

Να μην σας τα πολυλογώ δεν το έβαλα κάτω. Αμέσως μετά ήρθε στη ζωή μου η  Μαίρη. Ήταν 1981 και λίγο πριν την πολυπόθητη «αλλαγή», τη γνώρισα σε μια συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ. Η Μαίρη ήταν σοσιαλίστρια. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η μάνα μου είπε ότι ούτε αυτή ήταν της κλάσης μας. Θα μας έπαιρνε λέει τα κτήματα στη Λάρισα και θα τα έδινε στον Ανδρέα. Βλακείες βέβαια! Η Μαίρη δεν ήξερε προσωπικά τον Ανδρέα, αλλά ακόμα κι αν τον γνώριζε κάποια μέρα, σιγά μην του έδινε τίποτα. Όλα για όλα. Η Μαίρη μπορεί να ήταν σοσιαλίστρια, αλλά δεν έδινε ούτε της μάνας της ψωμί – που λέει ο λόγος. Τέτοια τσιγκούνα γυναίκα δεν έχω ξαναματαγνωρίσει από τότε. Στην αρχή με γοήτευε το ότι ήταν οικονόμα, αλλά μετά μου κακοφαινόταν και λίγο. Τι να πεις, έκλαψα λίγο, όμως έκατσα…

Πάντως ο κύριος λόγος που η μάνα μου δεν τα πήγαινε καλά με την Μαίρη ήταν ότι η τελευταία δεν ήταν και πολύ θρήσκα. Το αντίθετο θα έλεγε κανείς. Αυτού του Σεραφείμ τι του είχε σύρει δεν λέγεται. Τραγόπαπα τον ανέβαζε, απολειφάδι της κοινωνίας τον κατέβαζε. Η μάνα μου δεν ήθελε και πολύ. Φανατική χριστιανή και δεξιά με κρυφή αλλά εξακριβωμένη λατρεία στον Τέως, όταν συναντιόταν με τη Μαίρη μουτζοπιάνονταν για το παραμικρό. Εγώ πάντα στη μέση, να εξισορροπώ τα πάντα.

Τη Μαίρη την παντρεύτηκα το 1982 χωρίς παπά και χωρίς κουμπάρο – σε αντίθεση με την Πίτσα. Δεν πρόλαβε να ψηφιστεί ο θεσμός του πολιτικού γάμου και εμείς ήμασταν από τους πρώτους που τον εγκαινιάσαμε. Είχε τέτοια εμμονή η Μαίρη με τον πολιτικό γάμο που ώρες-ώρες μου έδινε την εντύπωση ότι ακόμα και αν δεν με είχε γνωρίσει εκείνη την περίοδο, θα έβρισκε άμεσα έναν αντικαταστάτη μόνο και μόνο για να κάνει από τις πρώτες πολιτικό γάμο. Τέτοια τρέλα είχε!

Τα πράγματα δεν πήγαν πολύ καλά ούτε και με τη Μαίρη. Μετά από 5 χρόνια γάμου χωρίσαμε ήρεμα και ωραία. Εν τω μεταξύ ο Θεός μας φύλαξε να μην κάνουμε παιδιά, γιατί δεν θα μας φταίγανε σε τίποτα τα καημένα να βιώσουνε έναν χωρισμό. Τη μέρα που χώρισα με τη Μαίρη, η μάνα μου κάλεσε όλη τη γειτονιά και το γλεντήσανε. Χορούς και πανηγύρια σας λέω. Μόνο κονκάρδες δεν είχε ετοιμάσει που να γράφουν «πήρε πόδι η κομμουνίστρια». Που συγνώμη, η Μαίρη ήταν τόσο κομμουνίστρια, όσο διεθνής είναι η καριέρα της Άννας Βίσση… καθόλου δηλαδή! Ποτέ δεν είχα δει τη μάνα μου έτσι. Ήταν για πρώτη φορά στη ζωή της χαρούμενη και περιποιητική μαζί μου. Με χάιδευε και μου ‘λεγε ότι θα βρω σύντομα μια κοπέλα της κλάσης μας, η οποία θα σέβεται την Ελλάδα και τη χριστιανική ηθική κι όχι αυτό τον διάβολο που εδώ και 5 χρόνια ονόμαζα γυναίκα μου. Αυτή η κλάση… τι εννοούσες ρε ριμάδα με αυτή την κλάση; Δεν την κατηγορώ την κυρά Κατερίνα – έτσι ‘λέγαν τη μάνα μου – έτσι μεγάλωσε κι έτσι πορεύτηκε στη ζωή της. Δεν θα μπορούσα ποτέ να την αλλάξω. Και για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν ήθελα καν να την αλλάξω, μου άρεσε έτσι δυναμική και αρχέγονη.

Η μάνα μου πέθανε το 1990 και ποτέ δεν αξιώθηκα να μάθω τι εννοούσε με τη φράση «της κλάσης μας». Δεν ήταν μεγάλη, αλλά ούτε και παιδούλα. Ποτέ δεν μπορούσες μ’ αυτή τη γυναίκα να βγάλεις άκρη σχετικά με την ηλικία της. Είχε κάτι το απροσδιόριστο επάνω της. Ο χρόνος δεν άφηνε το στίγμα του, αλλά ούτε και φαινόταν να μην περνάει και καθόλου από το κατώφλι της. Ο πόνος μου ήταν αβάσταχτος. Βλέπετε ήμουν μοναχοπαίδι κι ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν 13 χρονών. Γι’ αυτό το λόγο κιόλας φύγαμε από τη Λάρισα και ήρθαμε στους συγγενείς μας στην Αθήνα. Το χωριό δεν μας σήκωνε καθόλου μετά το χαμό του πατέρα.

Όταν πέθανε η μάνα μου ένιωσα την απόλυτη μοναξιά. Τότε ήρθε στη ζωή μου ο Πάνος. Εντάξει, δεν θα σου αρνηθώ ότι δεν είχε περάσει από το μυαλό μου, ότι δεν χάζευα στα κλεφτά στα αποδυτήρια των γυμναστηρίων, ωστόσο η άρνηση μου ήταν τόσο καλά θαμμένη που πέρασε καιρός μέχρι να συμβιβαστώ με αυτή τη διαφορετικότητα, αυτή την αλλαγή… όλο αυτό τελοσπάντων. Με τον Πάνο, όμως, όλα φαίνονταν… χμ… αλλιώς. Δεν μου θύμιζε τίποτα από το αποτυχημένο ερωτικό παρελθόν μου. Ήταν μια όαση μέσα στην ξηρασία της μιζέριας μου. Απόδειξη των δυνατών μου συναισθημάτων είναι ότι ακόμη και σήμερα που τα λέω όλα αυτά, είμαστε ακόμα μαζί, σαν να μην πέρασε μια μέρα. Δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια αρμονικής συμβίωσης και αλληλοϋποστήριξης. Είναι ο άνθρωπος μου και είμαι το στήριγμα του. Μπορεί να ακούγεται μελό, αλλά έτσι το νιώθω. Μπορεί να σας ακούγεται έστω και αστείο. Δυο άντρες δυο μέτρα ίσα με εκεί πάνω και να το παίζουν ζευγάρι. Τι να πω; Στην αρχή ένιωθα άσχημα. Όχι που ήμασταν μαζί. Αυτό διόλου δεν με πείραζε. Δεν είχα υπαρξιακές ανησυχίες, αλλά να… με ενοχλούσε πολλές φορές ο τρόπος που μας κοίταζαν κάποιοι. Με τον καιρό βέβαια το συνήθισα. Συνήθισα τον οίκτο. Συνήθισα να γράφω στα παπάρια μου τον κάθε μαλάκα. Συνήθισα τη μισαλλοδοξία και το ρατσισμό αυτής της γαμημένης της κοινωνίας. Όμως μεταξύ μας, συνήθισα τη μίζερη ύπαρξη της, αλλά ποτέ μα ποτέ δεν συμβιβάστηκα μαζί της, δεν τη δέχτηκα ασυζητητί!

Δεκαεφτά χρόνια μαζί. Αχώριστοι. Σαν δύο σταγόνες. Έχω κάνει στη ζωή μου δυο γάμους, αλλά ποτέ δεν ένιωσα την πληρότητα που νιώθω τώρα. Αυτό που με τρελαίνει πολλές φορές είναι ότι ενώ σε αυτούς τους δύο αποτυχημένους γάμους είχα πάντοτε την πιστοποιημένη ασφάλεια, τώρα – ενώ διανύω δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια επιτυχίας και ευτυχίας – είμαστε κι εγώ και ο Πάνος ξεκρέμαστοι. Σαν ετεροφυλόφιλος ένιωσα την υπέρτατη νομική και αστική κάλυψη, παρότι δεν το άξιζα, αν κρίνω από το αποτέλεσμα, ενώ τώρα σαν ομοφυλόφιλος είμαι στο περιθώριο.

(Κατεβάζει η κυβέρνηση ολόκληρο νομοσχέδιο για σύμφωνο συμβίωσης και αποκλείει την κατ’ εξοχήν κοινωνική ομάδα που θα έπρεπε να αφορά. Σε τι θα βόλευε εμένα και την Πίτσα ένα απλό συμφωνητικό; Ο πολιτικός γάμος κάλλιστα μας κάλυπτε και τους δυο, όπως με κάλυψε με τη Μαίρη. Δηλαδή τι… κάνουμε ένα σύμφωνο συμβίωσης μόνο για τον Καφετζόπουλο; Δεν ξέρω, τι να πω; Σε αυτή τη χώρα όλα έχουν λάθος προσανατολισμό. Σαν και μένα πριν δεκαεφτά χρόνια. Το θέμα είναι ότι εγώ άργησα, αλλά τον βρήκα τον δρόμο μου. Αυτή η έρμη χώρα πότε λέει γαμώ το διάολο μου να τον βρει; Σόρυ ρε μάνα για την έκφραση. Καλή σου ώρα εκεί που είσαι!)

--- Η τελευταία παράγραφος έκλεινε τότε το διήγημα. Από αύριο ελπίζω το ίδιο κείμενο να κλείσει κάπως έτσι… ---


Σήμερα, όμως, νιώθω λίγο διαφορετικά, σαν κάτι να έχει οριακά αλλάξει. Είναι λες και κάποιος μου άνοιξε μια μικρή χαραμάδα στο ξύλινο σφαλιστό παντζούρι και μπορώ να δω κάποιες αχτίδες του ήλιου να μπαίνουν μέσα στο δωμάτιο. Για να ξηγούμαστε, σε καμιά περίπτωση δεν νιώθω ότι το παντζούρι άνοιξε διάπλατα και μπήκε όλο το αττικό φως στο σαλόνι. Θέλει κόπο ακόμα για να μπεις με τα μπούνια στις μέρες του φωτός. Όμως ξέρεις κάτι ρε μάνα; Μακάρι να ζούσες σήμερα. Όχι τίποτε άλλο, αλλά γιατί θα μπορούσα να σου το πω περήφανα: «Κυρά Κατερίνα, βρήκαν έναν άνθρωπο της κλάσης μας»… 

9 Αυγούστου 2013

To Πέρασμα...Redux


Χαζεύοντας τι είχα γράψει σε περασμένους Αυγούστους, έπεσα στην εξής αράδα...

"Μονή η ζωή, σπανίως διπλή"

Πόσο χαίρομαι όταν διαψεύδω ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό... ;-)




Το Πέρασμα
Ήχος πληκτρολογίου.
Μονότονος, σταθερός και ξερός.
Κατάταξη γνώμης.
Αυστηρή, πάγια και συμπαγής.
Θερινή ζέστα.
Νωχελική, έντονη και υγρή.
Κόκκινο φεγγάρι.
Ρομαντικό, φλογερό και χυτό.
Θαλασσινό μπάνιο.
Χαλαρωτικό, αλμυρό και τρυφερό.
Φωνές παιδιών.
Ζωντανές, φασαριόζες και συνεχείς.
Εικόνες που προβάλλουν πάνω σε ένα γέρικο ευκάλυπτο.
Σε ροζιασμένες φλοίδες ενός κορμού,
που κατασκόπευσε σχεδόν ολάκερη τη νιότη μου.
Πέτρες αψιές που σημαδεύουν το κάθε μου βήμα.
Κοτρώνες που σμίλεψα θαρρείς στο πέρασμά μου.
Μήπως λογίζω χωρίς εκείνη τη μηχανή;
Στην αριθμητική τα χέρια μου παντός καιρού,
εκείνα πρώτα εμπιστεύθηκα, με εκείνα θα προκάμω.
Ένα, δυο, πόσα μένουν;
Φτάνουν άραγε δυο παλάμες για να μετρήσουν τα σωστά και τα λάθη;
Κοτρώνες που με σμίλεψαν θαρρείς στο διάβα μου.
Βουτιές από ένα βράχο δυο δεκαετίες ψηλό.
Αν ο άνθρωπος μετρά την ηλικία με χρόνια,
πως τη μετράει ένας τόπος;
Θρόισμα επίμονο του έαρ κοντίσιον.
Σηματοδότηση της άνοιξης και της ανάστασης.
Πνοή δροσιάς και άλλοτε διατήρηση θέρμης.
Πέρασμα από το χειμώνα στο θέρος.
Τούτος ο τόπος, αυτό ευλογήθηκε να είναι.
Ένα πέρασμα.
Χώρος περιστασιακός του λάγνου έρωτα.
Αναρωτήθηκε κανείς τι γίνεται πίσω από τα σφαλιστά παράθυρα;
Δυο σώματα ενωμένα σε κρεβάτια μονά.
Μονή η ζωή,
σπανίως διπλή.
Πως να τελέψεις όνειρο χωρίς πηλό;
Πώς να περάσεις το καλντερίμι χωρίς εκείνη τη βοήθεια;
Το στοιχειώδες.
Το Πέρασμα.

24 Μαΐου 2013

Το Μαξιλάρι


Source: http://aviewoflife.tumblr.com/











Χωρά η αγάπη κουβάρι, σε κρεβάτι μονό;
Μπορεί η απουσία να μοιάζει φυλακή;
Δώσε μου απόκριση, κάνε με κοινωνό.
Απάντηση κενή, μ' ένα άδειο μαξιλάρι οπτική.

Φαντάζει τόσο δύσκολο, η πρώτη νύχτα απούσα.
Τριγύρω όλα άτονα, σε απόχρωση χακί.
Ιδρώνω το προσκέφαλο, μ' αναμονή παρούσα.
Μ' ένα σεντόνι ατέλειωτο κι η απόσταση γιομίζει το σακί.

Τώρα πικρός καφές, σ' ένα ποτήρι πλαστικό.
Μια ρουφηξιά καπνού, λίγο πριν πω ένα γεια,
απ' τον καπνό που μήτε κάνω, μ' ένα τσιγάρο δανεικό.
Εγώ στον εγκλεισμό, κι εσύ έξω, για δουλειά.

Αξίωμά μου μέγα: η αγάπη δεν τελεύει.
Ορκίζομαι ολημερίς σ' αυτήν την αρετή,
τη μόνη έννοια που τη ζωή μας διαφεντεύει,
αφόρητα ασήκωτη, μα τόσο θαρρετή.

Μόνος Θεός που αγόγγυστα πιστεύω,
ως τιμητής της όποιας προσευχής,
ο θείος νόμος για ό,τι κι αν ζηλεύω
είναι η ελπίδα, φαρέτρα κάθε αντοχής.

Πράσινες μέρες, που αποσώνουν.
Μονάχα η θύμηση τους, με κάνει να γελώ.
Μα αυτή τη νύχτα, που τ' όνειρα ελαττώνουν,
δαύτο το μαξιλάρι, το χακί, με κάνει τόσο να πονώ.

4 Μαρτίου 2013

Semantics^14: Σάββατο


Πάντα μάνα,
τα μεγάλα της ζωής μου μαθήματα κείτονταν στ’ αμφιθέατρα.
Κει που ο από μπρος δε μου κόβει διόλου τη θέα,
όσο καπνό κι αν γιομίζει ο αγέρας.
Στο πίσω κάθισμα,
στη γαλαρία,
εξ άνωθεν της κοινωνίας.
Μες του τσιγάρου τη θολούρα,
του ξέφρενου κεφιού τη παραζάλη,
και του ποτού τη χαλαρότης.
Κείθε βιώνεις τα πάθη που τα ζώα ζαλώνουν ολημερίς.

Σαββάτο κίνησα,
διαρρηγνύοντας τα ιμάτια της Εβραϊκής μου ψυχής,
κείνης που όλοι κρύβουν βαθιά, εντός τους.
Με όλο το μίσος για τον κίβδηλο Μεσσία,
που τόσοι προσκυνούν αφειδώς στους Καινούς Σολομώντειους Ναούς.

Θαρρείς πως το ζητούμενο στέκει αν αλλαξοπίστησα;
Ποιος άθεος αφέθηκε άραγε ποτέ απ’τα δεσμά της αμφισβήτησης!
Το μόνον της ζωής μου μαρτύριο,
κείνο που με διαφεντεύει κάθε Κυριακή,
είναι η αμφιβολία.
Μονάχα τις Κυριακές!

Τούτο το Σάββατο δε μετάνιωσα,
απλά επικαιροποίησα,
πως το φίδι, ο Αδάμ κι η Εύα,
παίζουν ολημερίς στον Κήπο της Εδέμ μας.
Μα κι αν αυτό το γνώριζα με τόση θέρμη,
που και το πιο γάργαρο νερό δε σώνει να δροσίσει,
ευθύς, ιδίοις όμμασι,
είδα ξανά πως μόνος στην Εδέμ δεν είμαι.
Στέκουν εκεί, γύρω από ένα Κύκλο.
Εκείνοι.

Να ξέρεις μάνα, του το κρατώ αυτού του Κόσμου,
που δε λυγίζω τον εαυτό τους.
Κι άλλα δίχτυα, δε βαστώ να ρίχνω
για μια φορά,
ίσως μονάχα μια,
ολάκερος θα ανοίξω.
Αλλά και πάλι,
απλά μπορεί.

υ.γ. Ένα διαφορετικό Semantics, πιο προσωπικό, χωρίς μασημένη τροφή. Σαν να λέμε «δικό σας». Κάποιοι θα καταλάβουν, κάποιοι όχι. Στην τελική, μερικά πράγματα στη ζωή γίνονται απλά… έτσι! Το παρόν Semantics είναι παράλληλα και Sing Along Draft. Δύο σε ένα σαν να λέμε…




21 Αυγούστου 2010

Το Πέρασμα


-->
Το Πέρασμα
Ήχος πληκτρολογίου.
Μονότονος, σταθερός και ξερός.
Κατάταξη γνώμης.
Αυστηρή, πάγια και συμπαγής.
Θερινή ζέστα.
Νωχελική, έντονη και υγρή.
Κόκκινο φεγγάρι.
Ρομαντικό, φλογερό και χυτό.
Θαλασσινό μπάνιο.
Χαλαρωτικό, αλμυρό και τρυφερό.
Φωνές παιδιών.
Ζωντανές, φασαριόζες και συνεχείς.
Εικόνες που προβάλλουν πάνω σε ένα γέρικο ευκάλυπτο.
Σε ροζιασμένες φλοίδες ενός κορμού,
που κατασκόπευσε σχεδόν ολάκερη τη νιότη μου.
Πέτρες αψιές που σημαδεύουν το κάθε μου βήμα.
Κοτρώνες που σμίλεψα θαρρείς στο πέρασμά μου.
Μήπως λογίζω χωρίς εκείνη τη μηχανή;
Στην αριθμητική τα χέρια μου παντός καιρού,
εκείνα πρώτα εμπιστεύθηκα, με εκείνα θα προκάμω.
Ένα, δυο, πόσα μένουν;
Φτάνουν άραγε δυο παλάμες για να μετρήσουν τα σωστά και τα λάθη;
Κοτρώνες που με σμίλεψαν θαρρείς στο διάβα μου.
Βουτιές από ένα βράχο δυο δεκαετίες ψηλό.
Αν ο άνθρωπος μετρά την ηλικία με χρόνια,
πως τη μετράει ένας τόπος;
Θρόισμα επίμονο του έαρ κοντίσιον.
Σηματοδότηση της άνοιξης και της ανάστασης.
Πνοή δροσιάς και άλλοτε διατήρηση θέρμης.
Πέρασμα από το χειμώνα στο θέρος.
Τούτος ο τόπος, αυτό ευλογήθηκε να είναι.
Ένα πέρασμα.
Χώρος περιστασιακός του λάγνου έρωτα.
Αναρωτήθηκε κανείς τι γίνεται πίσω από τα σφαλιστά παράθυρα;
Δυο σώματα ενωμένα σε κρεβάτια μονά.
Μονή η ζωή,
σπανίως διπλή.
Πως να τελέψεις όνειρο χωρίς πηλό;
Πώς να περάσεις το καλντερίμι χωρίς εκείνη τη βοήθεια;
Το στοιχειώδες.
Το Πέρασμα.

2 Μαΐου 2010

Ναυπλίου και Πόρου Γωνία

-->

Ναυπλίου και Πόρου γωνία,
κάτω από μια γέρικη νεραντζιά.
Αρχή άνοιξης,
με μια μεθυστική ευωδιά,
πλάι στα ανύπαρκτα σχεδόν σκουπίδια.
Χρόνος πολύς,
χρόνος εγγύς,
σαν μια εικόνα του χθες
που ο ήλιος του καταμεσήμερου ξεθώριασε στο κόκκινο θάλαμο.
Καμένο φιλμ, σε μια Pentax ξεχασμένη.
Κοντόφθαλμοι κι οι δυο,
μιας και η αρετή της πρόβλεψης
σπάνια άνηκε στους ανθρώπους.
Σίγουρα, όχι σε κάποιον από τους δυο,
γεγονός το δίχως άλλο χωρίς σπέκουλα.
Διάστημα ιστορικό,
σπανίως ημερολογιακό.
Με το μέρος μου οι άνεμοι
και μα τον Οδυσσέα άκουσα και τις Σειρήνες αλώβητος.
Σήμερα σε μια Ιθάκη με τη Πηνελόπη άσπιλη από τους μνηστήρες.
Θαύμα θα πουν κάποιοι.
Τύχη και πεπρωμένο οι πιο κακοί.
Δυστυχής αυτός που θα τα ορίσει, λέω γω.
Ευτυχής αυτός που χωρίς τύψεις θα τα ζήσει.
Στρατόπεδα που διάλεξα, ποτέ τους δεν με πλήγωσαν.
Σε μια γωνία τότε,
σε ματ απόχρωση στενής λωρίδας του ταρτάν,
στη δύση του ηλίου,
με ένα καφέ στο χέρι και το κανόνι ήχησε.
Άλλη εξιλέωση τότε, άλλη σήμερα.
Σε ένα φανάρι τώρα,
σε φωτεινή απόχρωση μιας άδειας λεωφόρου,
στο ξημέρωμα της μέρας,
με ένα ζεστό χέρι και το γκάζι πατήθηκε.
Άλλη γλύκα σήμερα, άλλη αύριο.
Ναυπλίου και Πόρου γωνία και πάλι,
κάτω από ένα ολάνθιστο νυχτολούλουδο.
Δροσιά του πρώτου καλοκαιριού,
αναρριχόμενο στο κάγκελο της διπλανής αυλής.
Κόψε και μοίρασε μικρό μου.
Νομίζω πως μπορούμε πλέον να πούμε άφοβα, πως μας ανήκει.