Γυρίζοντας από
την πατρίδα, είχα ανταπόκριση σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο.
Σε αυτό το σημείο θέλω να σου εκμυστηρευτώ ότι η αναμονή σε ένα αεροδρόμιο
μονάχος είναι από τα πιο βαρετά πράγματα του κόσμου, πλάι στο να βλέπεις Λάνθιμο
και να προσπαθείς να βγάλεις νόημα. Σε μια καρέκλα, λοιπόν, καθήμενος, δίπλα από
μια πύλη για πτήση προς Manchester
(εγώ
αλλού πήγαινα), ο δόλιος ο υπάλληλος φώναξε ίσα με 20 φορές μια ελληνίδα
υπήκοο, η οποία μάλλον είχε βάλει ωτοασπίδες. Αυτό θα το ισχυριζόταν, βέβαια,
κάποιος καλοπροαίρετος, γιατί εγώ ως σκυλί μαύρο ήμουν σίγουρος ότι η περήφανη
ελληνίδα είχε χαθεί κάπου στα duty
free. Ποιος λέτε να
κέρδισε; Η πτήση σαφώς και αναχώρησε με μια καθυστέρηση γύρω στη μισή ώρα και
χωρίς την τσουπωτή πατριώτισσα, η οποία κατέφθασε καθυστερημένη τρέχοντας –
λέμε τώρα – γεμάτη σακούλες.
Πίσω στην πατρίδα,
καθημερινή και λίγες μέρες πιο πριν, ήθελα να βγω για καφέ με το ζουζούνι και
αγαπημένους φίλους. Δεν είχα ιδέα ότι σε μια χώρα που μαστίζεται από οικονομική
ύφεση, η αναζήτηση τραπεζιού στο Κέντρο της Αθήνας προϋποθέτει μισή ώρα ψάξιμο!
Όταν αργότερα θέλαμε να πάμε και για φαγητό, φανερά πιο αργά, με εργάσιμη την
επόμενη μέρα, ο χρόνος αναζήτησης κινήθηκε στα ίδια πλαίσια.
Μακριά από την πατρίδα, όλα
τα παραπάνω εκλείπουν, η διάθεσή μου είναι υπό το μηδέν, και όσο κι αν προσπαθώ να ξορκίσω τα κακά της
‘Ελλάδας της κρίσης’ συνειδητοποιώ
ότι μου λείπει τόσο που δεν μπορώ να της τα σούρω όπως θέλω. Εσύ, βέβαια, τώρα
θα μου πεις ότι πρακτικά δεν μου λείπει αυτή, αλλά τα πρόσωπα που τυχαίνει να βρίσκονται
ακόμα εκεί. Σαφώς και δεν έχεις άδικο… από την άλλη όμως η Ελλάδα, όπως είπε
και ο Apos στο
τηλέφωνο, είναι σαν εκείνη την κυρία που έτρεχε ‘πανικόβλητη’, τίγκα στη ‘σακούλα’
και με χαμένη ‘πτήση’. Όπως και να το κάνουμε, θα γελάσω με την κυρία, θα τη
χλευάσω, αλλά είναι αθάνατη ρε φίλε. Κι επειδή κινδυνεύω να διολισθήσω στο παραλήρημα
του Ελληνάρα… σωπαίνω!





