29 Ιουλίου 2013

Καμήλες

Όταν οι άνθρωποι μεγαλώνουν δεν γίνεται τίποτα μαγικό, στο ορκίζομαι! Το μόνο που λαμβάνει χώρα είναι η προσθήκη άλλης μια μέρας πάνω στην καμπούρα του βίου μας. Τόσο απλά!

Μολαταύτα, η μέρα που ήρθες σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο έχει αναμφίβολα κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το σημειολογικά άξιο λόγου, βλέπεις είναι λίγο πολύ ο λόγος που υπάρχεις! Αν το καλοσκεφτείς, εσύ ήσουν πριν χρόνια το πιο γρήγορο σπερματοζωάριο, εσύ ήσουν εκείνος που μεγάλωνε επί 9 μήνες μέσα σε μια κοιλιά για να βγει τελικά ως άλλο alien από αυτή μπλαβιασμένος, ενώ εσύ πάλι ήσουν εκείνος που του έλαχε η μοναδική ευκαιρία να ζήσει μια ζωή και μόνο. Λίγο πολύ, λοιπόν, εσύ είσαι ο πρωταγωνιστής του έργου, αν υποθέσουμε ότι η μέρα των γενεθλίων σου είναι μια ταινία blockbusterικών διαστάσεων, γιατί όχι κιόλας όταν εσύ είσαι ο σκηνοθέτης, ο πρωταγωνιστής και ο παραγωγός.

Δεν νιώθω με τα χρόνια πιο βαρύς, τουλάχιστον όχι μεταφορικά, το κυριολεκτικό μέρος είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Η ελαφρότητα μου είναι τέτοιου βαθμού που αδυνατώ να αφουγκραστώ τους ανθρώπους που πέφτουν σε βαριά κατάθλιψη τη μέρα των γενεθλίων τους. Και όλα αυτά γράφονται από έναν άνθρωπο που δεν είναι σε καμιά περίπτωση συμβιβασμένος με τον εαυτό του.


Είναι μέρες που τα γενέθλια μου πέρασαν και βάρυνε η ράχη. Έχω μπει αποφασιστικά στην τρίτη καμπούρα, κι ως άλλη καμήλα αποθηκεύω επιμελώς το νερό μου για μια ώρα ανάγκης, νερό πάντα στιγμιαίο. Αν για ένα πράγμα είμαι απόλυτα ευτυχισμένος, είναι ότι εδώ και κάποια χρόνια πίνω νερό μαζί με μια άλλη υπέροχη καμήλα, δικάμπουρη αυτή. Βλέπεις, ο δρόμος για την όαση είναι πάντα πιο στρωτός όταν βολτάρεις με παρέα!

9 Ιουλίου 2013

Semantics^18

Πηγή: http://www.eugeniorecuenco.com/
Στην Ελλάδα των Μνημονίων, εκεί που το ΕΕΤΗΔΕ έχει γίνει η συνήθεια που έγινε λατρεία, τα air-conditions έχουν μπει σε φάση ελαχίστης κατανάλωσης ή όπως λένε και οι αγαπημένες εταιρείες κινητής τηλεφωνίας υπό καθεστώς «πολιτικής ορθής χρήσης». Μιας που είπα ΕΕΤΗΔΕ, έλαβα τις προάλλες λογαριασμό της ΔΕΗ χωρίς το συστημικό χαράτσι, τέτοια χαρά είχα να πάρω από τότε που η Παπαρίζου κέρδισε τη Eurovision επί «καταλληλότερου» κι εγώ έκαψα κάτι πατάτες φούρνου από την αίσθηση του «τα μυαλά στα κάγκελα». Που πήγαν οι «καλές» μέρες που η Δεξιά ήταν στο πλάι του πολιτισμού και της τέχνης; Πάλι καλά που του χρόνου το Εθνικό Θέατρο θα πλημμυρίσει από τις αντισυστημικές φωνές του Μπέζου, του Φιλιππίδη και του…Λαζόπουλου! «Πιο Σαμαράς πεθαίνεις», που θα μπορούσε άνετα να τραγουδά και η Ελένη Φουρέιρα.  

Είπα Φουρέιρα και θυμήθηκα το θέμα αυτής της ανάρτησης. Τις προάλλες άκουσα το νέο ερμηνευτικό πόνημα της Ελενίτσας… ναι εκείνη που θα έκανε το Ραγκούση να σκίσει το νόμο της ιθαγένειας πολύ προτού ο Σαμαράς του τον κάνει χαρτί περιτυλίγματος για σουβλάκια… άντε πάλι «πιο Σαμαράς πεθαίνεις». Το τραγούδι «Ραντεβού στην Παραλία» είναι αναμφισβήτητα το απόλυτο meta-politics hit του φετινού καλοκαιριού. Μερικές δεκαετίες μετά το εμπνευσμένο hit “Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου», η Φουρέιρα επιστρέφει με το καθυστερημένο τραγούδι motto των Αγανακτισμένων… ναι… εκείνων που τέλειωσαν την επανάσταση μόνο και μόνο επειδή τους καλούσαν οι παραλίες της Μυκόνου (κάτω πλατεία), της Ικαρίας (πάνω πλατεία), του Ποσειδιού (κεντρική πλατεία) και της Λούτσας (πάνω δεξιά πλατεία, βλ. ΧΑ).

Ο ήλιος και η ζέστη στο άσμα της καλλιτέχνιδος βέβαια μπορεί να μεταφραστεί ποικιλοτρόπως, από το χαράτσι της ΔΕΗ και την εισφορά αλληλεγγύης, μέχρι το τέλος επιτηδεύματος ελευθέρων επαγγελματιών και των φόρων που περιμένουν τις καθυστερημένες μας δηλώσεις στο μονίμως πεσμένο taxisnet. Μέγλα! Στα δύσκολα, λοιπόν, είναι αφιερωμένο το εν λόγω καλοκαιρινό τραγούδι, αντιπροτείνοντας βέβαια την πάγια λύση του «εμείς»… τύπου «μαζί θα το πιούμε και το ποτήρι αυτό αγάπη μου στην παραλία».

Το πνεύμα της εντολής Σαμαρά διαπνέει όλο το τραγούδι, με σαφείς αναφορές και βαριές κατηγόριες σε προδοτικές φιγούρες της μεταπολίτευσης που ακούν στο όνομα της οικογένειας Παπανδρέου… αλλιώς δεν εξηγείται ο στίχος «μωρό μου μ' έκαψε ο ήλιος και ζεσταίνομαι πολύ»! Από την άλλη, η παραλία μπορεί να ειδωθεί ως το αναδυόμενο όραμα του Σαμαρά για τη Νέα Ελλάδα, σε αυτή που όλα θα λύνονται με υπουργικές αποφάσεις Αδωνικού χαρακτήρα, ενίοτε και με ένα Βοριδικό τσεκούρι να καρτερεί στη γωνία. Ραντεβού, λοιπόν, στην παραλία του Σαμαρά, αυτή που άλλωστε όλοι έχουν αποφασίσει τυφλά να ακολουθήσουν… και εννοώ όλοι… απορίας άξιον πού διοχετεύτηκε τόση αντί-Παπανδρεϊκή αγανάκτηση, μάλλον σε μια ιδεατή «παραλία». Ξέρεις… η εξιδανίκευση είναι τέτοιου βαθμού που φτάσαμε να θεωρούμε τον καταστροφικό Καραμανλή κάτι σαν το Coppertone μας, με μυρωδιά γουρουνόπουλου... ενίοτε και «πιο Καραμανλής πεθαίνεις».

Το «καλοκαίρι» στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ μια εύκολη υπόθεση θα μου πεις… #fact αυτό. Ήλιος, ζέστη, εγκαύματα… μπάνια του λαού στις «παραλίες». Τι γίνεται, όμως, όταν σε μια χώρα το «μπάνιο» και η επίσκεψη στην «παραλία» γίνεται 24/7 όλο το χρόνο…;  


2 Ιουλίου 2013

Μεγαλούπολη

Οι μεγάλες πόλεις φτιάχτηκαν για τους βιαστικούς ανθρώπους. Δεν θα ‘πρεπε κατά πως νομίζω ή, για να είμαι πιο συνεπής, δεν θα ‘πρεπε μόνο, αλλά η πράξη τούτο μας δείχνει. Ακόμα κι αργός να είσαι σε μια μεγαλούπολη, κατά πολλές και διαφορετικές, πολύχρωμες όσες και μια παλέτα ανά χείρας, έννοιες, τότε πρέπει να δεχτείς πως κάποια θα κινούνται πιο γλήγορα από σένα που ακροβατείς στο περιθώριο. Η ζωή βλέπεις δεν καμώθηκε ποτέ για τους οκνηρούς, μα για τους γοργούς παίκτες.

Στις μεγάλες πόλεις, εκείνες τουλάχιστον που ξέρω εγώ, οι κανόνες πρέπει να παρατίθενται σε σειρά, σ’ αράδες, από τους γλήγορους, εκείνους που στην κυλιόμενη σκάλα του μετρό κινούνται από τα αριστερά, σπάνιο πράγματι ιδίωμα της συγκεκριμένης κατεύθυνσης, καθώς θαρρεί κανείς πως η όποια κινητικότητα θα της άρμοζε να γίνεται στα ζερβά. Σε όσες μεγάλες πόλεις κι αν έχω ταξιδέψει πάντα αυτός ήταν ο κανόνας, ίσιος χάρακας για να χαράσσει ξεκάθαρα τη γραμμή από πέρα εις πέρα. Μονάχα εδώ μπορώ να πω πως ό,τι έχω μάθει σαλεύει αντίστροφα, μια ιδιότυπη Αγγλετέρα που σοβινιστικά στυλώνει τα πόδια ωσάν μουλάρι.

Χρόνια ολάκερα προσπαθώ να αφουγκραστώ την ανάσα του αργού ανθρώπου, από όπου κι αν το πιάσεις, τι είναι εκείνο το στοιχείο που τον διαφεντεύει από την κορφή ως τα νύχια και τον καθιστά πιο ξεροκέφαλο, με ασθενή μνήμη και προσαρμοστικότητα, ωσάν το χρυσόψαρο. Πρώτος, αυτός ο αργόσυρτος άνθρωπος, στο διαρκές ξεπέζεμα της λογικής, μονίμως σε μια διάθεση σιέστας σε ένα ατέλειωτο θαρρείς απομεσήμερο, σε μια κυλιόμενη σκάλα που όλοι πατάνε κι ανελκύονται δυο-δυο και πάντα πλάι-πλάι. Διέξοδος καμιά, παρά η καρτερική αναμονή στο πίσω σκαλοπάτι, ενώ εσύ αρνείσαι πεισματικά να πας σαν τον Χιώτη.

Στο πλήρωμα του χρόνου, στη μεγαλούπολη που έτη συναπτά αρνείται να κινήσει, ο ρυθμιστής ταχύτητας συνάπτει νέο νόμο, πιλοτικά θαρρώ πως το ονόμασε. Κατά πως πονηρά, δοκώ πως όρισε πως τα της πολλαπλής εισόδου τεκταινόμενα οφείλουν πλέον να περιοριστούν σε μία μόνο, το διάβα της οποίας οφείλει – λέξη μαγική – να στέκει κλειστότερο κι από του «λειτουργήματος» του απανταχού ταρίφα. Εντός εκτός και επί ταύτα δεν έχει, μόνο εντός, μόνο εκτός.

Κι σε ρωτώ καλέ μου άνθρωπε και απάντα μου σε όποιο Θεό πιστεύεις, πόση ελπίδα δόκεις στον άνθρωπο, εκείνον τον αργό, τούτον που μοιάζει με αξίωμα των μαθηματικών το μέγα, τη σκάλα που δεν μπόρεσε στο νου του να χωρέσει, το χώρο που δεν άντεξε στη γκλάβα του να βάλει χρόνια ολάκερα, την είσοδο και έξοδο να νιώσει. Βρε το παιχνίδι έχασε για πάντα η ακινησία κι εσύ ζητάς σ’ επόμενο επίπεδο, κείνο της κίνησης, να πάει.   

Κοντολογίς, μη σε βαστώ και άδικα, αναρωτούμε, πόσο μπορεί ένας γοργός δρων μονίμως να ξοδεύεται από τον βραδύ, τούτον τον αργοτάξιδο να καθορίζεται;


υ.γ. …για μια βοήθεια πατήστε εδώ.  

10 Ιουνίου 2013

Ένσταση

Σπανίως μπαίνω στη διαδικασία να αφιερώσω ολόκληρη ανάρτηση – και δη τόσο μακροσκελή - στο σχολιασμό ενός άρθρου που διάβασα στο διαδίκτυο, τη δουλειά αυτή βλέπεις την εξυπηρετούν πλέον αρκούντως αποτελεσματικά το Twitter και άλλα πιο λακωνικά κοινωνικά δίκτυα. Αν και θα σπάσω αυτό τον κανόνα σήμερα, θα ήθελα να τονίσω ότι παραθέτω αυτές τις αράδες, όχι γιατί το εν λόγω άρθρο το αξίζει, αλλά περισσότερο γιατί εξεπλάγην με την ταύτιση κάποιων ατόμων με τις θέσεις του συγκεκριμένου άρθρου.

Το θέμα της ομοφυλοφιλίας αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πιο πολυσυζητημένα, αλλά και συνάμα χείριστα διαχειριζόμενα, θέματα του σύγχρονου δημόσιου διαλόγου, μια καυτή πατάτα που ουδείς επιθυμεί να πιάσει και είτε την πασάρει στον επόμενο, είτε χλευάζει με προβιά ρήτορα και κατ’ επίφαση δημοκρατικότητα. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της τάσης αποτελεί και το άρθρο με τίτλο «Γιατί οι gay έχουν το δικαίωμα να με προκαλούν;» που αναρτήθηκε επώνυμα την περασμένη Κυριακή στο portal Neopolis. Με την ευκαιρία του Pride, ο υπογράφων του άρθρου αναλύει του λόγους για τους οποίους ανθίσταται στη δημόσια έκφραση της όποιας διαφορετικότητας - και λέω όποιας γιατί είναι ευδιάκριτο ακόμα και για τον πιο αδαή ότι η ανάλυση του γράφοντα μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί στην όποια μορφή διαφορετικότητας, από αυτό που συμβατικά θα ονομάσω «μέσο». Αν για παράδειγμα, για εμένα και μια κρίσιμη μάζα είναι αποκρουστικό το θέαμα ενός χοντρού ανθρώπου που τρώει λαίμαργα στο δρόμο, ας πούμε σε ένα παγκάκι, τότε σύμφωνα με τη βασική λογική του άρθρου έχω το καθόλα δημοκρατικό (sic) δικαίωμα να εναντιωθώ σε αυτή την επιλογή. Περιττό να τονίσω ότι αυτό το απλό λογικό πείραμα μπορεί κάποιος να το επεκτείνει στην όποια μορφή διαφορετικότητας π.χ. φυλετική, σεξιστική, εμφανισιακή, κλπ. Για να προβοκάρω μάλιστα το συγγραφέα, μπορώ κάλλιστα να σημειώσω ότι η πρωτοβουλία των γυμνόστηθων αναγνωστριών που περιγράφει εδώ, θέαμα στο οποίο αυτός και κάποιοι άλλοι έρχονται ενδεχομένως σε πολλαπλούς οργασμούς, σε εμένα και κάποιους άλλους μπορεί να προκαλεί αηδία. Αυτό σημαίνει ότι οφείλω να διαμαρτυρηθώ ενάντια του; Ενδεχομένως να μπορώ στη βάση της δημοσίας αιδούς! Σε αυτή τη βάση όμως και αν ο γράφων συνειρμικά προτείνει και οι ομοφυλοφιλικές περιπτύξεις να οριοθετηθούν στο πλαίσιο της δημοσίας αιδούς, κοντολογίς στοιχειοθετεί μια ωραιότατη ποινικοποίηση, κάτι που έρχεται σε άμεση αντιπαράθεση με τις δηλώσεις του περί ελευθερίας της σεξουαλικής επιλογής.  

Αναμφίβολα εδώ ανακύπτει το κλασικό θέμα του ανθρώπινου δικαιώματος. Τι δηλαδή καθιστά δικαίωμα για ένα άτομο; Υπάρχουν φυσικά ή κοινωνικά όρια στην ελευθερία; Ταυτίζεται η ελευθερία με τις προτιμήσεις κάποιου ή με άλλα κριτήρια; Ο συγγραφέας του άρθρου, παρότι δηλώνει από την πρώτη κιόλας γραμμή «μη-ρατσιστής» (κάτι που σημειολογικά και μόνο αποτελεί αντικίνητρο για να συνεχίσεις την ανάγνωση), παραδίδει στο κοινό ένα εξ ορισμού ρατσιστικό μανιφέστο, αφού το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου το εδράζει στην αυστηρή ατομική προτιμησιακή του ιεράρχηση, π.χ. αυτό με ενοχλεί γιατί δεν μου αρέσει αισθητικά. Έννοιες όπως οι ισότητα, ισονομία, ισοπολιτεία – οι βάσεις δηλαδή της κοινωνικής ελευθερίας και του δημοκρατικού πολιτεύματος – εκλείπουν από τη φιλοσοφία του κειμένου. Η κατ’ επίφαση δημοκρατικότητα περιορίζεται στη γραμμή υπεράσπισης του ηθελημένα τυφλού: «αν δεν το βλέπω, τότε απλά δεν υπάρχει…και συνεπώς δεν με ενοχλεί». Μα αγαπητοί μου, για τη μάχη ενάντια σε αυτές ακριβώς τις βαθύτατα αντιδημοκρατικές αρχές και πρακτικές οφείλουν να ξεσηκώνονται οι όποιες διαμαρτυρίες. Ιστορικά, οι πανανθρώπινοι αγώνες έγιναν για την ισότητα των δικαιωμάτων, με την αντίθετη (πάντα πλειοψηφία, μην το λησμονούμε αυτό) πλευρά να υπερασπίζεται σθεναρά το αυστηρά ατομικό της κεκτημένο, συνήθως προτιμησιακό. Η ελευθερία, όπως σωστά τόνισε και ο nm96027 δεν πηγάζει από το τι (δεν) αρέσει σε κάποιους, αλλά από την κοινωνική δράση δίχως καταναγκασμούς για όλες τις πλευρές. Εξαναγκασμός δεν είναι να βλέπεις ένα ζευγάρι να φιλιέται, εξαναγκασμός είναι να απαγορέψεις σε ένα ζευγάρι να φιλιέται. Γιατί αν ένα ομοφυλοφιλικό φιλί καθιστά εξαναγκασμό για έναν straight σε αισθητική βάση, τότε και ένα straight φιλί κάλλιστα θα μπορούσε να καθιστά εξαναγκασμό για έναν gay για τους ίδιους επακριβώς λόγους. Το δίχως άλλο, μια τέτοια λογική είναι εξ ορισμού παιδαριώδης και αφελής (αν επιχειρήσω να γίνω λίγο πιο κακός μπορώ κάλλιστα να την πω και συγκαλυμμένα φασιστική)!

Είναι η κοινωνική ελευθερία ένα ουτοπικό ιδεώδες, φτάνει με λίγα λόγια ποτέ στην αποθέωση της; Η απάντηση είναι προφανώς και όχι. Οι νόρμες, οι κανόνες που αποτελούν το συνεκτικό ιστό των κοινωνιών, ορίζονται πάντα από τις πλειοψηφίες, αυτές καθημερινά υπηρετούν τον εμποτισμό των ατόμων έτσι ώστε να διατηρούν το status quo, το σύστημα. Όταν ο συγγραφέας του άρθρου γράφει «Έχετε δει ποτέ άνθρωπο να λέει «Είμαι στρέιτ και γουστάρω!»; Ή να περπατάει και να φωνάζει «Μ’ αρέσουν οι γυναίκες ρεεεε!»; Σας απαντάω εγώ, όχι!», τότε εμφανώς και ψεύδεται (δεχόμενος πάντα ότι δεν είναι αφελής). Αντίθετα, καθημερινά είμαστε μάρτυρες μια κοινωνίας που φωνάζει για τον ετεροφυλοφιλικό της χαρακτήρα, είτε άμεσα, είτε έμμεσα (media, κοινωνικές ομάδες, δημόσιες μορφές έκφρασης κα). Για να προλάβω τις όποιες αντιδράσεις, αυτό προφανέστατα δεν είναι μεμπτό (αν γίνεται στο πλαίσιο της δημοκρατικότητας και όχι του προσηλυτισμού), συνεπώς γιατί είναι αμέσως μεμπτό το αντίθετο; Αν για χρόνια οι κοινωνίες είχαν αποφασίσει να θάβουν κάτω από το χαλί την ομοφυλοφιλία, όπως θάβανε διαχρονικά άπειρα άλλα ζητήματα (π.χ. γυναικεία δικαιώματα, πολιτικά δικαιώματα, παιδική εργασία, αναλφαβητισμό, ισότιμη πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση κα.), αυτό σαφώς και δε σημαίνει ότι η πρακτική αυτή οφείλει να διαιωνίζεται. Ο κοινωνίες στο ρου της ιστορίας αναπτύσσονται!

Το αν το Pride και το κάθε Pride είναι μια αποτελεσματική μορφή διαμαρτυρίας, είναι μια άλλη συζήτηση που δεν αφορά ούτε ουσιαστικά το εν λόγω άρθρο (παρότι μπορεί φαινομενικά να μοιάζει ότι αυτό αφορά), αλλά ούτε με ενδιαφέρει να το αναλύσω εδώ. Παράλληλα, δεν θα μπω καν στη διαδικασία να προασπιστώ το γεγονός ότι ένας gay δεν είναι ψυχολογικά άρρωστος και ασταθής, κατά τα πρότυπα της Χιτλερικής προπαγάνδας, έτσι όπως ο συγγραφέας επιχειρεί στην τελευταία του παράγραφο.

Πάει καιρός που κατάφερα να μη νιώθω άσχημα για το ότι είμαι ομοφυλόφιλος. Πάει καιρός που ξέρω ότι οφείλω να έχω τα ίδια δικαιώματα με κάθε άλλο άνθρωπο, ακόμα κι αν δεν επιθυμώ ποτέ να τα χρησιμοποιήσω. Κι αν αγαπητέ μου πράγματι δεν θα ήθελα ποτέ να μεγαλώσω ένα παιδί στην ελληνική κοινωνία είναι γιατί θα αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων να έρθει σε επαφή με τους φορείς της λογικής του κειμένου σου, ενδεχομένως και των εμποτισμένων απογόνων τους.

Για να κλείσω (και συγνώμη για το μακροσκελές του κειμένου) θα παραθέσω τα λόγια του Κουβανού José Martí: «Το μαχαίρι που καρφώνεται στο όνομα της Ελευθερίας, καρφώνεται στο στήθος της Ελευθερίας»…

     
  

9 Ιουνίου 2013

SMASH


Ήρθε η ώρα να ομολογήσω ότι είμαι τέκνο της παγκοσμιοποίησης. Με λίγα λόγια, γνήσιο σκλαβάκι της Coca-Cola (zero παρακαλώ…τι άλλο θα μπορούσα), λάτρης της pop κουλτούρας, άμεσα αντιδραστικός στους ήχους ρυθμικών beats και προσκυνητής των αλογίσιων Burger King. Για όλα τα παραπάνω δεν είμαι ενδεχομένως περήφανος, αλλά δηλώνω πιστός σκλάβος των παθών μου, μη νομίζεις, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσω το δόλιο τον Hume.

Σαν γνήσιο, λοιπόν, παιδί της εποχής του καπιταλισμού, και δη του αμερικάνικου, αγαπώ τα αμερικάνικα serials. Ορίστε, το έβγαλα από πάνω μου και ησύχασα. Ιδιαίτερα από τότε που τα torrents έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής διολισθαίνω όλο και πιο πολύ στο δρόμο της αμαρτίας να κρυφοκοιτάζω από την κλειδαρότρυπα την αμερικάνικη κοινωνία, τόσο αυτή που πραγματικά είναι, όσο κι αυτή που οι πάσης φύσεως παραγωγοί θέλουν να μας δείχνουν.

Μέσα στο συνονθύλευμα των serials, τις δύο τελευταίες season ξεχώρισα μια παραγωγή ιδιαίτερη. Ως λάτρης των musicals, δεν μπορούσα παρά να ξεχωρίσω το SMASH, το οποίο αφορούσε τον άγνωστο για πολλούς κόσμο του Broadway, την κοιτίδα του αμερικάνικου θεάτρου. Δολοπλοκίες, έρωτες, αμερικάνικα όνειρα, ιδρώτας, μίση, αγάπες, φιλίες, πρόβες, castings, όλα μπλέκουν υπέροχα σε ένα serial που κράτησε δύο μόνο seasons. Οι ήρωες εξαιρετικά δομημένοι, με τα όνειρα και τα εμπόδια του καθενός να προβάλλουν σε κάθε επεισόδιο, προχώρησαν δύο ολόκληρες seasons, με τη δεύτερη να είναι σκάλες ανώτερη, πληρέστερη και αισθητικά πιο άρτια από την πρώτη (πράγμα εξαιρετικά σπάνια για τηλεοπτικό προϊόν).

Παρότι, το Glee χρονικά προπορεύεται του SMASH, μπορούμε επί της ουσίας να μιλάμε για δύο τελείως διαφορετικά προϊόντα. Πρώτα από όλα το SMASH διαθέτει συνεκτικό storyline και πλήρεις χαρακτήρες, σε αντίθεση με το εφηβικό και παράταιρο Glee. Επιπλέον, το τελευταίο στηρίχθηκε αποκλειστικά στη διασκευή γνωστών τραγουδιών, ενώ το SMASH προχώρησε ένα βήμα πιο πέρα, με το μισό πλήθος των τραγουδιών να είναι original συνθέσεις. Για το τέλος, αξίζει κάποιος να σημειώσει και τα μεγάλα ονόματα που θα δει κανείς στο SMASH, όπως οι Anjelica Huston, Debra Messing, Jack Davenport, Katharine McPhee, Christian Borle και Megan Hilty, ενώ στο τιμόνο της παραγωγής συναντάμε τον Steven Spielberg.

Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να εισέλθετε στον κόσμο του SMASH, εκεί που η απλή γκαρσόνα έχει δικαίωμα να γίνει πρωταγωνίστρια, λιώστε στο παραμύθι που μπορεί να σας πουλήσει ο λαμπερός κόσμος του Broadway και κουνηθείτε στους ρυθμούς της μουσικής, με ένα αυθεντικό αμερικάνικο προϊόν. Being gay…is always a plus!

Motto του serial είναι “Τα αστέρια δεν γεννιούνται, δημιουργούνται”. Ευκαιρία να γίνεται μάρτυρες αυτής της διαδικασίας… χωρίς καθόλου ενοχές… 

  



24 Μαΐου 2013

Το Μαξιλάρι


Source: http://aviewoflife.tumblr.com/











Χωρά η αγάπη κουβάρι, σε κρεβάτι μονό;
Μπορεί η απουσία να μοιάζει φυλακή;
Δώσε μου απόκριση, κάνε με κοινωνό.
Απάντηση κενή, μ' ένα άδειο μαξιλάρι οπτική.

Φαντάζει τόσο δύσκολο, η πρώτη νύχτα απούσα.
Τριγύρω όλα άτονα, σε απόχρωση χακί.
Ιδρώνω το προσκέφαλο, μ' αναμονή παρούσα.
Μ' ένα σεντόνι ατέλειωτο κι η απόσταση γιομίζει το σακί.

Τώρα πικρός καφές, σ' ένα ποτήρι πλαστικό.
Μια ρουφηξιά καπνού, λίγο πριν πω ένα γεια,
απ' τον καπνό που μήτε κάνω, μ' ένα τσιγάρο δανεικό.
Εγώ στον εγκλεισμό, κι εσύ έξω, για δουλειά.

Αξίωμά μου μέγα: η αγάπη δεν τελεύει.
Ορκίζομαι ολημερίς σ' αυτήν την αρετή,
τη μόνη έννοια που τη ζωή μας διαφεντεύει,
αφόρητα ασήκωτη, μα τόσο θαρρετή.

Μόνος Θεός που αγόγγυστα πιστεύω,
ως τιμητής της όποιας προσευχής,
ο θείος νόμος για ό,τι κι αν ζηλεύω
είναι η ελπίδα, φαρέτρα κάθε αντοχής.

Πράσινες μέρες, που αποσώνουν.
Μονάχα η θύμηση τους, με κάνει να γελώ.
Μα αυτή τη νύχτα, που τ' όνειρα ελαττώνουν,
δαύτο το μαξιλάρι, το χακί, με κάνει τόσο να πονώ.

13 Μαΐου 2013

Δαίμονες


Ήταν θαρρώ από εκείνες τις στιγμές που το θέατρο δεν είναι αρκετό για να παραδώσει ένα πλήρες αποτέλεσμα. Ακόμη κι η υπέροχη αρχιτεκτονική του Παλλάς, με την εντυπωσιακή μαρμάρινη σκάλα στην είσοδο, το ολόφωτο ταβάνι με τις πτυχώσεις και τις κάπως άβολες καρέκλες, ήσαν λες και δεν γιόμιζαν τα κενά με τα οποία έφευγες κάπου στα μεσάνυχτα.

Τα τελευταία χρόνια, το αθηναϊκό κοινό έχει καλομάθει, έχει γίνει πιο υποψιασμένο, ένα μέρος του τουλάχιστον. Το West End βλέπεις δεν είναι πια τόσο μακριά, πέντε τσιγάρα δρόμος με την Aegean ή εναλλακτικά ικανοποιητικές επιλογές ανάμεσα σε παραγωγές που ταξιδεύουν από το εξωτερικό μέχρι και την Ψωροκώσταινα. Όλο και πιο συχνά, τελευταία, μπορεί κιόλας να δει κανείς κι ελληνικές παραγωγές που στέκονται επάξια δίπλα σε αδελφάκια τους από την ξενιτιά. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάλλαξη έχει παίξει η λειτουργία του Θεάτρου Badminton και λίγο αργότερα του ανακαινισμένου Παλλάς.

Θες να με ρωτήσεις, λοιπόν, αν δαιμονίστηκα αρκούντως;
Η απάντηση είναι ξεκάθαρα… Όχι!

Σε αντίστοιχη ερώτηση γνωστών σχετικά με το πώς βρήκα τους «Δαίμονες» απάντησα λιτά: «…εξαιρετική παραγωγή, ευχάριστη έκπληξη η Παπούλια…και κάπου εκεί τελειώνουν…όλα τα καλά!».

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα ήταν το ίδιο το προϊόν. Ένα λιμπρέτο που υστερούσε ενοχλητικά σε επίπεδο λεξιλογίου, ανάπτυξης του μύθου, αλλά και ανάλυσης των χαρακτήρων. Άδετες κατά βάση σκηνές σε μια κακοραμμένη από το μοντάζ μπομπίνα. Η ιστορία άνευρη, με μια μετάβαση από το Μεσαίωνα στο Σήμερα να αιωρείται με έναν τελείως άδετο και άχαρο τρόπο. Οι χαρακτήρες αδούλευτοι, απλά έρμαια μιας ανώτερης δύναμης που καθορίζει τη μοίρα τους, χωρίς αυτοί να μπορούν να πράξουν σχεδόν τίποτα. Θαρρείς πως όλο το έργο καθοδηγείται από τις σατανικές δυνάμεις, σε τέτοιο σημείο που και στον πιο άθεο θεατή μπορεί να προκαλέσει μια αφόρητη ενόχληση. Είναι τέτοια η εμμονή στο να εξυπηρετηθεί η θεϊκή παρέμβαση, που αυτό γίνεται σε εξόφθαλμο βάρος της εξέλιξης της υπόθεσης.

Υποκριτικά οι συντελεστές εξ ίσου διεκπεραιωτικοί, εξαιρετικά αναμενόμενο όταν η παραγωγή είναι τόσο άρτια που μπορεί να ξετυλίγει την κάθε αδυναμία τους. Η Παπούλια φωτεινή εξαίρεση, αν και η ερμηνεία της διέθετε εκρήξεις υπερβολής στην έκφραση. Ο Πετράκης ρηχός, με μόνο θετικό την ομολογουμένως απολαυστική κίνηση του. Το υπόλοιπο cast διέθετε το απαραίτητο κέφι, το οποίο έλειπε από τους πρωταγωνιστές, δίνοντας απλόχερα τη φρεσκάδα τους σε ένα έργο που απέπνεε τόση αποφορά. Τέλος, η πρωταγωνίστρια υπερβολικά αταίριαστη για το ρόλο, τόσο ηλικιακά, όσο και φωνητικά. Η φωνητική παραφωνία με το υπόλοιπο cast ήταν τέτοια που όφειλε να γίνει αισθητή ακόμη και στον πιο μουσικά ανερμάτιστο θεατή. Η Βίσση τραγουδούσε μονίμως ωσάν τα 9/8 να έχουν εμποτίσει το είναι της, κάνοντας την όποια σύγκριση με την ερμηνεία της του 1991 απλά ατυχή. Μόνο θετικό σε σχέση με το πρώτο ανέβασμα υπήρξε η υποκριτική της αδιαμφισβήτητη βελτίωση.

Με λίγα λόγια, αξίζει να επισκεφτείτε το Παλλάς για να θαυμάσετε μια εξαιρετική παραγωγή και σκηνοθεσία του Κακλέα. Το προσωπικό μου κόστος ευκαιρίας προσδιορίσθηκε στα €25…αναμένω το δικό σας…        

5 Μαΐου 2013

Zero


Κάποια χρόνια πριν είχα γράψει το παρακάτω:

«Τα τελευταία χρόνια έχω κάτι έντονες τάσεις φυγής. Όχι τόσο από την πραγματικότητα – παρότι και αυτή συστηματικά την αποφεύγω – αλλά περισσότερο από τη ζωή μου όπως σχηματοποιείται. Εάν ήμουν αποδημητικό πουλί θα είχα ψοφήσει πάντως από την τόση αναβλητικότητα. Κορμοράνος εν μέσω κρίσης!! Μη γελάτε, αν ένα πράγμα μπορεί να με χαρακτηρίσει, αυτό είναι σίγουρα η αναβλητικότητα. Άστο μωρέ, δεν χάθηκε ο κόσμος, έχω περιθώριο ακόμα. Μέχρι που φτάνω στο σημείο μηδέν. Το πιο κρίσιμο σημείο. Εκεί που ο καθένας σχεδιάζει να φτάσει με κάποιο τρόπο. Όλοι έχουμε ένα σημείο μηδέν. Ένα σημείο όχι εκκίνησης, όπως συχνά λέγεται, αλλά προορισμού. Η Agatha Christie ονόμασε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα “Towards Zero”. Δεν μπορούσε να έχει περισσότερο δίκιο. Όλη μας η ζωή είναι μια πορεία προς το μηδέν. Το μεγάλο μηδέν. Υπάρχουν, ωστόσο, και ενδιάμεσοι σταθμοί στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Πεπερασμένα μεν, αλλά σημαντικά τον αριθμό δε μηδέν στη ζωή του καθένα από εμάς»

Οι παραπάνω αράδες γράφτηκαν με μένα σαν οικονομία σε μετάβαση, σε άγνωστα νερά! Στο βάθος, πλάι στα τόσα σημεία μηδέν της ζωής μου αχνοφαινόταν εκείνο το μεγάλο, το πρώτο, κι όπως η έκρηξη μιας βόμβας χρειάζεται μόνο έναν πυροκροτητή για να λάβει χώρα η εκκίνηση, έτσι κι εγώ ανέμενα το δικό μου πυροβολισμό. Μετά τις πρώτες μέρες εκείνου του Μάη, τίποτα δεν ήταν ίδιο, ο διακόπτης είχε ξάφνου ανέβει, ένας νέος άγνωστος διάδρομος του μυαλού είχε εμφανιστεί… κι ένας άλλος ολόκληρος είχε σβήσει βίαια, σχεδόν τρομοκρατικά.

Η λήθη είναι η μεγαλύτερη αδυναμία και σωτηρία του ανθρώπου, ένα νόμισμα με δύο όψεις. Ξεχνάμε για να μην πονάμε, θυμόμαστε για να μην ισοπεδωνόμαστε. Σθεναρά έχω διαλέξει και υποστηρίζω ότι αν σταθούμε τυχεροί και μας δοθεί η ευκαιρία μιας αποτίμησης, τότε πρέπει να θυμόμαστε κάθε στιγμή, κάθε γέλιο, κάθε δάκρυ, κάθε οργή. Μα πάνω από όλα κάθε άτομο που πέρασε και μας χάραξε ποικιλοτρόπως. Σε ένα τέτοιο άτομο αφιέρωσα τότε το παραπάνω απόσπασμα κειμένου, το ίδιο θα κάνω και τώρα, το ίδιο θα κάνω όσο το μυαλό μου και η ανθρώπινη δύναμη μου επιτρέπει. Γιατί για εκείνο το τόσο δικό μου σημείο μηδέν, εκείνος στάθηκε κάτι περισσότερο από σωτήριος φάρος.

Μια αφιέρωση στον προσωπικό μου ήρωα και φίλο, με στοίχημα να ζήσω τη ζωή μου όπως ακριβώς τη θέλω, για να ξεπληρώσω εκείνο το γαμημένο τελευταίο αντίο που δεν πρόλαβα ποτέ να πω με λόγια…

30 Απριλίου 2013

Belle Reve


Έτσι οι μέρες περνούν…

Κοντολογίς, στρεφόμαστε γοργά προς τα πίσω. Θαρρώ πως η ιδέα της ανάπτυξης που βρίσκεται μονίμως στο δρόμο, ριζώνει στην αναβίωση του «αναπτυξιακού» (sic) μοντέλου παλαιότερων ετών. Η ιδέα αυτή βρίσκει, βλέπεις, σύμφωνη την πλειοψηφία της πολιτικής ηγεσίας αυτού του τόπου, κυβέρνησης κι αντιπολίτευσης.

Εγώ πάλι μένω να μετράω, μέρες και μήνες. Προσπαθώ να προσφύγω στη διέξοδο της δημιουργικής λογιστικής, σε αυτά τα δαιμονισμένα Greek Statistics, αλλά ελπίδα δε διαφαίνεται καμιά. Οπότε, μένω και πάλι παρατηρητής, νιώθοντας στο πετσί μου την αδυναμία όποιας κίνησης.

Μέσα σε όλα αυτά παίρνει την ανιούσα κι ο υδράργυρος, σηματοδοτώντας ένα καλοκαίρι του οποίου η μη ηθελημένη μοναχικότητα θα λάβει και πάλι χώρα. Έχουμε εκπαιδευτεί, είναι η αλήθεια, να ζούμε με δυσκολίες τα όμορφα όνειρα. Ίσως για αυτό τα χαιρόμαστε πιότερο όταν τα βιώνουμε, διαψεύδοντας τα λεγόμενα του Ευαγγελάτου δια φωνής Μποφίλιου και μουσικής υπόκρουσης Καραμουρατίδη. Διαψεύδοντας και την Μπλανς που πάντα εμπιστευόταν τους ευγενικούς ξένους. Θα πεθάνω, θα μου ξεφύγει η τελευταία ανάσα και μόνον τότε θα απαρνηθώ τη σωτηρία της οικειότητας.

Κι έτσι οι μέρες περνούν, πασχίζοντας να βάλουμε ένα ρημάδι λουκέτο στο Hotel Belle Reve…